Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι σακούλες της οργής

Είναι φορές που χρειάζεται να αναλάβει κάποιος τον ρόλο του συνηγόρου του διαβόλου. Όπου ο «διάβολος», εν προκειμένω, είναι η ελληνική κοινωνία...

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η οικονομική κρίση βρήκε ένα μεγάλο (ίσως το μεγαλύτερο) μέρος αυτής της κοινωνίας απροετοίμαστο. Μια κοινωνία που ζούσε παρατεταμένη περίοδο πλασματικής ευμάρειας με δανεικά, έχοντας σχεδόν απόλυτα πιστέψει το παραμύθι της «υπερδύναμης των Βαλκανίων». Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα κάποιοι (που γνώριζαν από καιρό μα δεν μιλούσαν...) της ανακοίνωσαν ότι θα έπρεπε να ξεχάσει τον τρόπο ζωής στον οποίο της είχαν επιτρέψει να εθιστεί. Και η λέξη «μνημόνιο» ήρθε – θαρρείς ουρανοκατέβατη – για να μείνει ως σήμερα στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας...

Τότε στην αρχή έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτοι «υπερπατριώτες» του αντιμνημονιακού μετώπου. Με εισαγγελικό στόμφο, κάθισαν στο σκαμνί τους «καλομαθημένους» Έλληνες που ήταν πρόθυμοι να «ξεπουλήσουν» την εθνική αξιοπρέπεια για να αποφύγουν τις συνέπειες μιας ολικής χρεοκοπίας της χώρας. Θυμήθηκαν περήφανα τους προγόνους μας που κατάφερναν κάποτε να επιβιώνουν καλλιεργώντας λαχανικά στους κήπους τους (χωρίς να εξηγήσουν, εν τούτοις, πώς μετατρέπεται σε κήπο το μπαλκόνι ενός διαμερίσματος μιας πολυκατοικίας), ενώ δεν δίστασαν να μιλήσουν ακόμα και για «κατοχικά» συσσίτια που θα έλυναν, υποτίθεται, το πρόβλημα της διατροφής του πληθυσμού. Σε μια περίοδο βελτίωσης του επιπέδου ζωής των περισσότερων λαών της Ευρώπης, κάποιοι εγχώριοι εισαγγελείς έψεγαν τους Έλληνες γιατί δυσκολεύονταν (ή, έστω, αρνούνταν) να κοιτάξουν πίσω. Πολύ πίσω...

Νέοι κήνσορες έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους στα ηλεκτρονικά (κυρίως) μέσα ενημέρωσης με αφορμή την θέσπιση, από την πολιτεία, της επιβάρυνσης του καταναλωτικού κοινού με περιβαλλοντικό τέλος για τη χρήση πλαστικής σακούλας. Με αφορμή κάποιες πρώτες «γκρίνιες» που ακούστηκαν στα social media για το μέτρο, γράφτηκαν κείμενα έμπλεα ιερής οργής για τον «οικολογικά ασυνείδητο» Έλληνα που είχε «καλομάθει» τόσα χρόνια να τοποθετεί τα σκουπίδια του σε πλαστικές σακούλες του σούπερ-μάρκετ, αδιαφορώντας για την επιβάρυνση που επιφέρει το πλαστικό στο περιβάλλον! Η βιαστική αυτή κριτική, όμως, είναι τόσο αψυχολόγητη, όσο και άδικη. Εξηγούμαι:

Ο Έλληνας καταναλωτής που, σε καιρό κρίσης, έφτασε κάποιες φορές να μετράει ακόμα και τα σεντς στο πορτοφόλι του, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με μία πολιτική πρόσθετου κόστους για την οποία ελάχιστα τον είχαν προετοιμάσει. Στο μυαλό του, η πολιτεία αποφάσισε να τον τιμωρήσει επιβάλλοντάς του πρόστιμο για κάτι που ποτέ δεν του είχε πει πως αποτελούσε αδίκημα. Έτσι, ούτε η φιλοσοφία του μέτρου κατέστη σαφής εξαρχής, ούτε – κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό – υπήρξε επαρκής διασαφήνιση για το πώς και το πού τα χρήματα αυτού του οιονεί προστίμου θα επενδυθούν (για την βελτίωση των όρων προστασίας του περιβάλλοντος, ή για να καλυφθούν κάποιες άλλες «τρύπες»;). Έτσι, οι πρώτες γκρίνιες του κοινού θα έπρεπε να είναι μάλλον αναμενόμενες και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως περίπου έκφραση εγκληματικής διάθεσης απέναντι στο περιβάλλον!

Συνεχίζοντας να δικηγορούμε υπέρ του διαβόλου, ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά την ηθική διάσταση της επιβολής τέλους στην πλαστική σακούλα. Είναι ζήτημα πολιτισμού, και όχι παράλογη καταναλωτική απαίτηση, ένα κατάστημα (ιδιαίτερα αν πουλά τρόφιμα) να παραδίδει τα προϊόντα στον πελάτη στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι. Φυσικά, είναι στη διακριτική ευχέρεια του καταστήματος αν θα επιβαρύνει ή όχι τον πελάτη με το κόστος της σακούλας (ας δεχθούμε, πάντως, ότι είναι κι αυτή ένα προϊόν που μπορεί να πωλείται).

Η λογική, όμως, ενός περιβαλλοντικού τέλους είναι διαφορετική από εκείνη της απλής χρέωσης ενός εμπορικού προϊόντος. Ο πελάτης εδώ ποινολογείται, κατά κάποιον τρόπο, για την αποδοχή μιας συσκευασίας μη-φιλικής προς το περιβάλλον. Αυτό θα είχε κάποια λογική αν αυτός είχε την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μία οικολογική και μία μη-οικολογική συσκευασία αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνος επέλεγε την δεύτερη. Στην Αμερική, για παράδειγμα (τουλάχιστον την δεκαετία του ’80 που βρέθηκα εκεί) ακόμα και τα ρούχα τοποθετούνταν σε χάρτινες σακούλες – συχνά διόλου βολικές στη μεταφορά, αφού δεν είχαν χερούλι!

Τη στιγμή, όμως, που τα καταστήματα παρέχουν μία και μοναδική συσκευασία, η οποία, ατυχώς, είναι επιβαρυντική για το περιβάλλον, φαντάζει άδικο το τέλος που – σε συμμόρφωση, έστω, με διεθνείς συμβάσεις – επιβάλλεται από την πολιτεία στον ίδιο τον καταναλωτή, ο οποίος δεν έχει καν τη δυνατότητα μιας άλλης επιλογής.

Υποστηρίζεται, βέβαια, η άποψη της μετάθεσης ευθύνης για τη συσκευασία μεταφοράς στον ίδιο τον καταναλωτή. Με απλά ελληνικά, θα πρέπει αυτός να κυκλοφορεί πάντα με μία σακούλα (ή και περισσότερες) πολλαπλών χρήσεων στην τσάντα ή στην τσέπη, στην περίπτωση π.χ. που, επιστρέφοντας από την εργασία του, συνηθίζει να περνά από το φούρνο ή το σούπερ-μάρκετ. Όχι τόσο για να γλιτώσει το σχετικά μικρό (αλλά σωρευτικά υπολογίσιμο) ποσό ενός οικολογικού προστίμου, όσο για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του πως δεν προσθέτει το όνομά του στη λίστα των εγκληματούντων κατά της Φύσης!

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, εν τούτοις, είναι ζήτημα πολιτισμού να παραδίδονται τα προϊόντα στον καταναλωτή στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά, ακόμα κι αν αυτός κληθεί να καλύψει το κόστος της συσκευασίας. Και είναι, κατά τη γνώμη μας, ευθύνη του ίδιου του καταστήματος να διασφαλίσει ότι η συσκευασία που παρέχει είναι φιλική προς το περιβάλλον. Η παραγωγή και διάθεση οικολογικής σακούλας θα πρέπει, λοιπόν, να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα για την πολιτεία.

Όσο για τους κήνσορες των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, αντί για την ιερή οργή τους και την εκτόξευση μειωτικών χαρακτηρισμών για την «κακομαθημένη» και «ασυνείδητη» ελληνική κοινωνία, υπάρχει κάτι καλύτερο να κάνουν. Αφού προβάλλουν ως ευαισθητοποιημένοι γνώστες των οικολογικών ζητημάτων, ας αποδυθούν τουλάχιστον – με αίσθημα κατανόησης και δίχως εισαγγελική οίηση – σε μία ειλικρινή προσπάθεια ενημέρωσης και διαφώτισης του κοινού για την σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος. Έτσι που το περιβαλλοντικό τέλος (για όσο χρόνο ακόμα απαιτηθεί να υφίσταται) να μη φαντάζει στις συνειδήσεις των ανθρώπων απλά και μόνο σαν μια παράλογη και άδικη τιμωρία!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Ποινικοποίηση της κριτικής στην Τέχνη;


Στις 4 Δεκεμβρίου 1881 η Βιέννη άκουσε για πρώτη φορά το υπέροχο κοντσέρτο για βιολί σε ρε μείζονα του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, με σολίστ τον νεαρό βιρτουόζο Άντολφ Μπρόντσκι και μαέστρο τον σπουδαίο Χανς Ρίχτερ. Την άλλη μέρα, ο διάσημος Βιεννέζος μουσικοκριτικός Έντουαρντ Χάνσλικ έγραψε μία από τις πιο χυδαίες κριτικές στην ιστορία της μουσικής, αποκαλώντας το κοντσέρτο "μουσική που βρωμάει"!

Ο Τσαϊκόφσκι δεν υπήρξε το μοναδικό θύμα του μοχθηρού Χάνσλικ. Ο ίδιος ο Βάγκνερ είχε επίσης γευτεί τις βιτριολικές επιθέσεις του (κάτι που συνέβαλε επιπρόσθετα - αν λογαριάσουμε και την αλαζονική στάση του Μέντελσον - σε κάποιες "αντιπάθειες" που ανέπτυξε ο Βάγκνερ στη διάρκεια της ζωής του, των οποίων η σημασία μεγαλοποιήθηκε υπέρμετρα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο...).

Ίσως η πιο αφελής (αν όχι γελοία) ερώτηση που μπορεί να τεθεί είναι η εξής: Γιατί ο Τσαϊκόφσκι δεν κίνησε νομικές διαδικασίες εναντίον του Χάνσλικ για ακραία προσβολή της τέχνης του; Η απάντηση αυτονόητη: Διότι ο κριτικός δικαιούται να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του για ένα έργο Τέχνης, ακόμα κι αν η άποψη αυτή προσβάλλει με έντονο τρόπο τον δημιουργό του έργου (εξαιρείται, ασφαλώς, η περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμισης ή ακραίας προσβολής της προσωπικότητας).

Στο βιβλίο του «Μουσική και Λόγος», ο διάσημος μαέστρος Βίλχελμ Φουρτβένγκλερ δεν κρύβει την αντιπάθειά του για τους κριτικούς Τέχνης. Παρομοιάζει τον δημιουργό με τον Φάουστ και τον κριτικό με τον Μεφιστοφελή, λέγοντας για τον δεύτερο πως ό,τι γεννιέται από αγάπη το θεωρεί άξιο ν’ αφανιστεί! Φυσικά, ο Γερμανός αρχιμουσικός δεν διανοείται να παραπέμψει την υπόθεση στα δικαστήρια. Εξ άλλου, ο καλύτερος δικαστής για τον κριτικό είναι ο ίδιος ο αναγνώστης. Και αυτός δεν είναι πρόθυμος να αποδεχθεί και να συγχωρήσει την προκατάληψη...

Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις στάθηκε η είδηση ότι, γνωστός σκηνοθέτης απείλησε με μηνύσεις κάποιους εκ των κριτικών κινηματογράφου που τοποθετήθηκαν με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο για την τελευταία του ταινία. Με άλλα λόγια, ο σκηνοθέτης κατ' ουσίαν έθεσε θέμα ποινικοποίησης της κριτικής κινηματογράφου (και της Τέχνης, γενικότερα) στο βαθμό που ο τρόπος διατύπωσης της κριτικής δεν είναι αρεστός στον δημιουργό! Βέβαια, για να σταθεί το θέμα νομικά, απαιτείται και μία αρκούντως πειστική θεωρία συνωμοσίας που να αποδίδει κίνητρα και προθέσεις...

Ένα από τα αξιοπερίεργα οξύμωρα της σύγχρονης "προοδευτικής" διανόησης είναι η αλά καρτ αποδοχή της ελευθερίας της έκφρασης: Διεκδικώ το δικαίωμα να εκφράζομαι ελεύθερα, εσύ όμως δεν δικαιούσαι να με κρίνεις με όποιον τρόπο επιθυμείς, χωρίς την άδειά μου! Ας μην ξεχνούμε, άλλωστε, ότι η περιβόητη (για να μην το πω αλλιώς) "πολιτική ορθότητα", μια συγκεκαλυμμένη μορφή σύγχρονου διανοητικού φασισμού που στοχεύει στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, ξεκίνησε από τους κόλπους των πιο φιλελεύθερων και προοδευτικών ακαδημαϊκών κοινοτήτων.

Ίσως αυτό, μεταξύ άλλων, εξηγεί γιατί η λέξη "προοδευτικός" απέκτησε τα περίπου ειρωνικά εισαγωγικά που δίκαια, πλέον, την συνοδεύουν...

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Ένα γλυκόπικρο ταξίδι στην "Τζαμάικα"...


Πηγαίνοντας να δούμε την «Τζαμάικα», πρώτη κινηματογραφική σκηνοθετική απόπειρα του Ανδρέα Μορφονιού, ομολογώ ότι περιμέναμε άλλη μία συμπαθητική ελληνική παραγωγή από έναν καλό σκηνοθέτη της τηλεόρασης που επιθυμεί να «εισβάλει» στον κινηματογράφο κάνοντας φιλότιμες προσπάθειες να μην προδώσει το τηλεοπτικό background που συνοδεύει το βιογραφικό του. Το ίδιο το θέμα της ταινίας, εξ άλλου, βασισμένο σε μια ιδέα του Φάνη Μουρατίδη (ο οποίος και πρωταγωνιστεί), φαινόταν να υπόσχεται πράγματα που τα είχαμε ξαναδεί:

Δύο αδέρφια – ο ένας πετυχημένος και πλούσιος, ο άλλος φτωχός και καλόκαρδος βιοπαλαιστής – που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους, αφού ο πρώτος δεν έχει χρόνο για οικογενειακές σχέσεις ενώ ο δεύτερος κουβαλά μέσα του αισθήματα απόλυτης άρνησης για τον αδερφό του... Μία τυραννική σύζυγος που με κάθε ευκαιρία εξευτελίζει τον «ανεπρόκοπο» που δεν φέρνει αρκετά χρήματα στο σπίτι (εδώ προστίθεται και πεθερά, που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα)... Ώσπου ξαφνικά ο πλούσιος αδερφός μαθαίνει ότι είναι σοβαρά άρρωστος και, σαν για εξιλέωση, αποφασίζει να δώσει στον φτωχό τις ευκαιρίες που του είχε στερήσει η ζωή...

Μέχρι εδώ, όλα θυμίζουν το θρυλικό «Έξω οι κλέφτες» με τον Ορέστη Μακρή. Όμως, ο ίδιος ο επιτυχημένος αδερφός (Μουρατίδης) είναι τώρα το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Και η ιδέα του έργου βασίζεται ακριβώς στην απόφασή του να μην τον βάλει κάτω η αρρώστια, αλλά αντίθετα να τον οδηγήσει – με όπλο το χιούμορ που αγγίζει τα όρια φιλοσοφικής στάσης – σε μια επανεκτίμηση όλων εκείνων των πραγμάτων που είναι σημαντικά στη ζωή. Μια ιδέα που, αν και έχουμε δει σε ουκ ολίγες χολιγουντιανές παραγωγές, δεν χάνει ποτέ τη γλυκόπικρη γοητεία της...

Το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι η εξαιρετική, μέσα στην εκφραστική λιτότητά της, ερμηνεία του Σπύρου Παπαδόπουλου (ομολογώ ότι ήταν η πρώτη φορά που «ξέχασα» τους ισχυρούς δεσμούς του με τον ελάχιστα συμπαθή, σε εμένα, Ολυμπιακό!). Θύμισε – αν όχι ξεπέρασε – τις καλύτερες κωμικο-δραματικές ερμηνείες του μεγάλου Θανάση Βέγγου, χωρίς καν να χρειαστεί να καταφύγει στην εύκολη υπερβολή, κάνοντας ένα και μόνο βλέμμα να λέει όσα χίλιες λέξεις!

Εξίσου εντυπωσιακή, και δίχως παραπομπές σε τηλεοπτικά πρότυπα, η σκηνοθεσία του Μορφονιού. Αξίζει κανείς να προσέξει τις λεπτομέρειες (π.χ., το φευγαλέο είδωλο ενός προσώπου στο πλαϊνό καθρεφτάκι ενός σπορ αυτοκινήτου). Μια σκηνοθεσία που υποστηρίχθηκε αποτελεσματικά από ένα σφιχτό μοντάζ, αλλά και από την απέριττη μουσική επένδυση του Θέμη Καραμουρατίδη.

Το επιμύθιο της ταινίας απλό, αλλά φιλοσοφημένο: «Η ζωή δεν είναι για να μας στενεύει αλλά για να τη φοράμε στο νούμερό μας!» Αξίζει να πεταχτεί κανείς ως τη «Τζαμάικα» για να το δει στην πράξη...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Τι γυρεύουν οι φιλόσοφοι στα κομματικά συνέδρια;


Με έκπληξη, ομολογώ, πληροφορήθηκα την παρουσία ενός σημαντικού σύγχρονου φιλοσόφου, του Στέλιου Ράμφου, ως κεντρικού ομιλητή σε κομματικό συνέδριο. Η ταυτότητα του κόμματος ελάχιστα με ενδιαφέρει και δεν προτίθεμαι να την σχολιάσω. Εξ άλλου, το σημείωμα δεν στοχεύει πολιτικά κόμματα αλλά εκφράζει σκέψεις πάνω σε θέματα αρχών...

Η έκπληξή μου έχει να κάνει με το κατά τη γνώμη μου ασυμβίβαστο ανάμεσα στην αποστολή του φιλοσόφου και τις επιδιώξεις και τις μεθόδους της κομματικοποιημένης πολιτικής. Εξηγούμαι:

Ο φιλόσοφος διδάσκει υπερβάσεις, αναζητά συνθέσεις. Στέκεται πάνω από τη διαφορετικότητα των πραγμάτων, ζητώντας να αναδείξει τη βαθύτερη ενότητά τους απέναντι στον υποκειμενικό διαχωρισμό τους. Πάνω απ’ όλα, υπηρετεί ιδέες και όχι φορείς που τις επικαλούνται – αν όχι τις εμπορεύονται...

Στο άλλο άκρο, τα κόμματα είναι πολιτικά «μαγαζιά» που στοχεύουν στην αύξηση της «πελατείας» τους (δική τους έκφραση – για τους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων, φυσικά!) με σκοπό την διατήρηση ή την κατάκτηση της εξουσίας. Για να πετύχουν τους στόχους τους δεν διστάζουν ακόμα και να διχάσουν τον λαό, ενσπείροντας μίσος για τον συγκυριακό αντίπαλο (το ανταγωνιστικό «μαγαζί») και όσους τον υποστηρίζουν πολιτικά, συχνά μάλιστα περιγράφοντάς τους ακόμα και ως οιονεί εθνικούς μειοδότες. Τα κόμματα, έτσι, διαιρούν την κοινωνία αντί να ενώνουν τους ανθρώπους. Και χρησιμοποιούν την ιδεολογία στο βαθμό που αυτή εξυπηρετεί τις επιδιώξεις τους, όχι ως αφετηρία αναζήτησης μιας βαθύτερης Αλήθειας.

Ο φιλόσοφος της ιστορίας μας, αφού εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητά του για τον επικείμενο πολιτικό θρίαμβο του κόμματος του οποίου το συνέδριο τον φιλοξενούσε, δεν παρέλειψε και να συστήσει σε αυτό πολιτική αυτοκριτική. Βέβαια, στις μέρες μας μια καθαρτήρια δήλωση του τύπου «αναλαμβάνω την ευθύνη για τα λάθη που έγιναν» αρκεί για να εξασφαλίσει παραγραφές και εξαγνισμούς, ενώ συχνά σώζει καριέρες πολιτικών προσώπων έως και προπονητών ποδοσφαίρου! Πιστεύει στ’ αλήθεια, όμως, ένας εκ των ευφυέστερων ανθρώπων της χώρας ότι, κατά προτροπή του και μόνο, ένα πολιτικό κόμμα με δυναμική εξουσίας θα μπορούσε ποτέ να αφορίσει τις πρακτικές εκείνες που το γιγάντωσαν και να απαρνηθεί τις δοκιμασμένες συνταγές που θα του εξασφαλίσουν και πάλι την επιτυχία;

Δεν προτίθεμαι, ασφαλώς, να αμφισβητήσω τα ευγενή κίνητρα ενός σημαντικού στοχαστή που επέλεξε να συμμετάσχει σε κομματικό συνέδριο. Ίσως ακόμα και να πιστεύει στο αρχαίο όραμα μιας (εν δυνάμει, εν προκειμένω) εξουσίας που έχει την αρετή να φιλοσοφεί. Όμως, ο σύγχρονος πολιτικός πραγματισμός δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια σε τέτοια ιδεαλιστικά οράματα. Για την ακρίβεια, θα λέγαμε ότι τα καθιστά απολύτως απαγορευτικά...

Aixmi.gr

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι Άριοι των συνδικάτων και οι λοιποί εργαζόμενοι

Ο Γιώργος εργάζεται σε τεχνικό γραφείο, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο κατοικίας του. Για τη μετάβαση στην εργασία του χρησιμοποιεί το μετρό, αφού είναι το μόνο μέσο συγκοινωνίας που τον εξυπηρετεί. Προπληρώνει πάντοτε τις μετακινήσεις του, αφού χρησιμοποιεί μηνιαία κάρτα (τώρα σε ηλεκτρονική μορφή)...

Η Μαρία ζει σε προάστιο και εργάζεται σε κάποιο κατάστημα στο κέντρο. Για να μεταβεί στην εργασία της χρησιμοποιεί αρχικά την μία και μοναδική λεωφορειακή γραμμή που συνδέει το μέρος όπου ζει με τον σταθμό του μετρό σε γειτονικό προάστιο. Στη συνέχεια, χρησιμοποιεί το μετρό για να πάει στο κέντρο. Επίσης προπληρώνει τις μετακινήσεις της, ανανεώνοντας κάθε μήνα την κάρτα της...

Τις ημέρες απεργίας των μαζικών μέσων μεταφοράς, ο Γιώργος και η Μαρία αναγκάζονται να καταφύγουν στο ταξί για να μεταβούν στους τόπους εργασίας τους. Το ποσό που καλούνται να δαπανήσουν (συχνά εις διπλούν, προκειμένου και να επιστρέψουν στο σπίτι τους) δεν είναι ευκαταφρόνητο, αν ληφθούν υπόψη οι μάλλον πενιχροί μισθοί τους. Παράλληλα, η έχουσα προεισπράξει τα μεταφορικά ενός ολόκληρου μηνός πολιτεία δεν συγκινείται από το γεγονός ότι η τελικώς προσφερθείσα υπηρεσία ήταν «λειψή» κατά μία μέρα (αν υποτεθεί ότι οι απεργίες των μέσων μεταφοράς δεν είναι επαναλαμβανόμενες). Έτσι, δεν επιστρέφει στον Γιώργο και τη Μαρία το αναλογούν ποσό της μίας χαμένης μέρας, το οποίο δικαιούνται...

Στο λεξιλόγιο του προοδευτικού μεταπολιτευτικού μας λόγου, η λέξη «εργαζόμενος» υπονοείται με τη συνοδεία επιθετικού προσδιορισμού που είναι τόσο αυτονόητος ώστε κατά κανόνα παραλείπεται. Η πλήρης έκφραση, για τους σχολαστικούς του λόγου, είναι «συνδικαλισμένος εργαζόμενος» ή, στη γενικότερη περίπτωση, «συνδικαλιστικά καλυπτόμενος εργαζόμενος». Άλλωστε, το μαρτυρά η κοινότοπη έκφραση «κινητοποιήσεις εργαζομένων». Του στενού ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εννοείται!

Ο Γιώργος και η Μαρία, που δεν έχουν την πολυτέλεια μιας τέτοιας «κινητοποίησης», μάλλον δεν θα πρέπει και να θεωρούνται εργαζόμενοι. Ή, κι αν καταδεχθούμε να τους θεωρήσουμε, θα ανήκουν αν μη τι άλλο σε κάποια κατώτερη «ράτσα», από εκείνες που το σύστημα έχει καταδικάσει να έχουν μόνο υποχρεώσεις, όχι δικαιώματα. Έτσι, πληρώνουν τακτικά τους φόρους τους, σαν καλοί πολίτες που είναι, ώστε να μπορεί στη συνέχεια η πολιτεία να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των «κινητοποιούμενων» ευνοούμενών της, για τους οποίους διαχρονικά ισχύουν νόμοι που προστατεύουν το δικαίωμά τους να μην εργάζονται. Παλιότερα, μάλιστα, η λήξη των «κινητοποιήσεων» συχνά προϋπέθετε καταβολή των «δεδουλευμένων» για τις μέρες της απεργίας!

Το οξύμωρο της υπόθεσης έγκειται στην αλά καρτ επίκληση της δημοκρατικότητας: Οι πολιτικές δυνάμεις που διαχρονικά μονοπώλησαν τον όρο είναι εκείνες ακριβώς που τώρα είτε διστάζουν, από θέση εξουσίας, να επιβάλουν δημοκρατικές διαδικασίες στη λήψη συνδικαλιστικών αποφάσεων, είτε αντιδρούν, ως αντιπολιτευόμενες, στην προοπτική ενός τέτοιου εκδημοκρατισμού.

Βέβαια, στο πολιτικό λεξιλόγιο οι έννοιες είναι ελαστικές και το νόημά τους προσαρμόζεται εύκολα στις ανάγκες και τις σκοπιμότητες που οι περιστάσεις επιβάλλουν. Έτσι, ακόμα και η λέξη «εργασία» επιδέχεται πολλές αναγνώσεις και συνεπάγεται διαφορετικά δικαιώματα. Ανάλογα αν αφορά τους κομματικούς στρατούς των βολεμένων «Αρίων», ή την ανώνυμη, ανοργάνωτη και απροστάτευτη μάζα των «καταραμένων» του συστήματος...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ακαδημαϊκός λόγος και ακαδημαϊκή αυταρέσκεια

Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός. Έτσι, συχνά συναντούμε ποιήματα που εμπεριέχουν υπέροχα λεκτικά ευρήματα, όμως το νόημά τους είναι θολό και δυσνόητο. Άλλες φορές, ακόμα και οι τυπικοί κανόνες του λόγου παρακάμπτονται αν αυτό υπηρετεί καλύτερα το ποιητικό ύφος και την ποιητική αισθητική. Τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Καβαφικό «Επέστρεφε», όπου η αύξηση στην προστακτική αποτρέπει το άχρωμο και αντι-ποιητικό «επίστρεφε».

Από την άλλη μεριά, κύρια αποστολή της επιστήμης είναι η διεύρυνση, ταξινόμηση και καταγραφή της ανθρώπινης γνώσης. Ο επιστημονικός γραπτός λόγος υπηρετεί αυτήν ακριβώς την καταγραφή και είναι το όχημα για τη διάδοση των επιστημονικών γνώσεων. Η ωραιότητα του επιστημονικού λόγου είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη όταν και όπου απαντάται, δεν αποτελεί όμως συστατικό εκ των ων ουκ άνευ για τον λόγο αυτό. Ακόμα περισσότερο, στην επιστήμη ο λόγος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εντυπωσιασμού. Εκεί, είναι η ίδια η ανακάλυψη νέας αλήθειας που (οφείλει να) εντυπωσιάζει!

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, αποστολή της είναι το μεθοδικό χτίσιμο της γνώσης στον διδασκόμενο και η καθοδήγησή του ώστε να κάνει χρήση της γνώσης αυτής αυτονομούμενος, τελικά, από τον διδάσκοντα. (Για κάποιους «αιθεροβάμονες» εκπαιδευτικούς, βαθύτερος σκοπός της παιδείας είναι η ανάπτυξη αυτογνωσίας. Η φιλοσοφική αυτή θέση πέρασε, εν τούτοις, στο περιθώριο από τότε που ένας σημαντικός εκπρόσωπός της υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο...) Το τι οφείλει να υπηρετεί ο παιδαγωγικός λόγος είναι, νομίζω, αυτονόητο.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Αυτό εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη διάθεση του ίδιου του επιστήμονα να διαπαιδαγωγήσει, και τον χώρο που του διατίθεται για να αναπτύξει τη σκέψη του. Παλιά, τα επιστημονικά περιοδικά εκδίδονταν αποκλειστικά σε έντυπη μορφή. Έτσι, πολλά από αυτά έθεταν περιορισμούς στην έκταση ενός επιστημονικού άρθρου, το οποίο δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει έναν μέγιστο αριθμό σελίδων. Αλλά, ακόμα και όταν τυπικά δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί, τα περιοδικά συχνά ζητούσαν από τον συγγραφέα να απαλείψει ολόκληρα κομμάτια από το άρθρο αν αυτά περιείχαν θέματα που ήταν ήδη γνωστά. Όπως είναι φυσικό, μερικές «ξερές» αναφορές στη βιβλιογραφία στο τέλος του άρθρου κάθε άλλο παρά προσέδιδαν σε αυτό παιδαγωγική αξία!

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή, οι περιορισμοί στην έκταση των επιστημονικών άρθρων χαλάρωσαν σημαντικά ή και εξαλείφθηκαν πλήρως. Μάλιστα, και με δεδομένη την άρση των παραπάνω περιορισμών, πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται.

Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!

Παραδόξως, οι θετικοί επιστήμονες – που έχουν τη χειρότερη φήμη για το δυσνόητο των θεμάτων τους και την αναπόφευκτη στρυφνότητα της επιστημονικής τους γραφής – είναι εκείνοι που δείχνουν να σέβονται περισσότερο αυτό τον άγραφο νόμο. Παραπέμπω, ως παράδειγμα, στα εξαιρετικής παιδαγωγικής αξίας άρθρα στις φυσικές επιστήμες, τα οποία δημοσιεύονται σε αυτό εδώ το site και την αντίστοιχη κυριακάτικη εφημερίδα.

Αυτό που μερικές φορές προσωπικά με προβληματίζει είναι η ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Εκεί ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα.

Οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή! Επίσης – αυτό το γνωρίζουν καλά οι αναγνώστες – ένα φιλοσοφικό, κοινωνιολογικό, ιστορικό, κλπ., άρθρο γραμμένο από εκπρόσωπο του ακαδημαϊκού χώρου σε μια εφημερίδα ή κάποιο ειδησεογραφικό site ευρείας επισκεψιμότητας, δεν επιτρέπεται να περιέχει ακατάληπτους νεολογισμούς και δυσνόητες ορολογίες σε ποσοστό μικρότερο του 10-20% (το λέω, ασφαλώς, καθ’ υπερβολήν και με αίσθηση πικρού χιούμορ). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων.

Αυτό που δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε είναι ότι ο Δάσκαλος (με δέλτα κεφαλαίο) δεν εξασκεί απλά ένα επάγγελμα αλλά υπηρετεί ένα λειτούργημα. Ο παιδαγωγικός του ρόλος, επομένως, δεν εξαντλείται μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή ενός αμφιθεάτρου, ούτε μέσα σε προκαθορισμένα ωράρια εργασίας, αλλά εκτείνεται κάθε στιγμή σε κάθε του επαφή με την κοινωνία. Ο ρόλος του δασκάλου είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του.

Αυτή η τελευταία αδυναμία θα μπορούσε, ίσως, να συγχωρηθεί στους ποιητές. Αυτοί όμως ούτως ή άλλως δεν μπορούν – ίσως κι ούτε πρέπει – να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα. Στους κοινούς θνητούς που έχει ανατεθεί το βάρος της παιδαγωγικής καθοδήγησης της κοινωνίας (όχι μόνο εκείνου του μικρού τμήματός της που χωρά σε ένα αμφιθέατρο) αντιστοιχούν διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια. Και, σε αντίθεση με ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε, οι σημαντικότεροι κριτές μας δεν είναι οι φοβεροί referees των επιστημονικών περιοδικών: Είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φίλια πυρά...

Στην ταινία «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει απόψε» (“Guess Who's Coming to Dinner”, 1967) – η τελευταία για τον μεγάλο Spencer Tracy – ο κεντρικός ήρωας, ένας φιλελεύθερος άνθρωπος και φανατικά αντι-ρατσιστής, έρχεται αντιμέτωπος με τις ίδιες τις αρχές του όταν η κόρη του φέρνει στο σπίτι έναν Αφροαμερικανό (Sidney Poitier) αναγγέλλοντας πως προτίθεται να τον παντρευτεί... Δεν αποκαλύπτω τη συνέχεια της ιστορίας, γιατί κάποιοι αναγνώστες που δεν έχουν δει την ταινία ίσως θελήσουν να την αναζητήσουν.

Κάποιες φορές η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια, θέλοντας θαρρείς να μας ειρωνευτεί για όσα πιστέψαμε, για όσα πολεμήσαμε, ακόμα και για όσα μισήσαμε! Πριν χρόνια, γνωστός ηθοποιός του «προοδευτικού» χώρου, που κατακεραύνωνε την ξενοφοβία βαφτίζοντάς την ως «ρατσισμό» (στη λογική «όλοι ανεξαιρέτως οι μετανάστες είναι άκακοι και κατατρεγμένοι άνθρωποι») δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι σε κεντρική πλατεία της Αθήνας, από παράνομο μετανάστη που θέλησε να του αρπάξει το κινητό. Γλίτωσε παρά τρίχα τη ζωή του και, φυσικά, αναγκάστηκε να αναθεωρήσει (μερικώς, έστω) τις απόψεις του...

Η περίπτωση της δικηγόρου Αναστασίας Τσουκαλά φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της τραγικής ειρωνείας. Τραυματίστηκε βαριά και, επιπρόσθετα, υπέστη σοβαρές οργανικές βλάβες από ναυτική φωτοβολίδα που περιείχε φώσφορο, το βράδυ του ετήσιου «ολοκαυτώματος» στα Εξάρχεια με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου (17/11). Η δικηγόρος ασφαλώς δεν ήταν μία απλή περαστική που έπεσε πάνω στην κακιά την ώρα. Εν τούτοις, δεν θα υπεισέλθουμε στα κίνητρα της παρουσίας της στον χώρο των επεισοδίων, τα οποία κίνητρα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε (επισήμως ακούσαμε ότι τη στιγμή εκείνη ασκούσε το λειτούργημά της ως νομική εκπρόσωπος συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου).

Αυτό που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, όμως, είναι η εν γένει ιδεολογία της μάχιμης (και με σημαντικές ακαδημαϊκές περγαμηνές) νομικού. Δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθεια και την υποστήριξή της για τον «αντιεξουσιαστικό» (sic) χώρο, καθώς και την πεποίθησή της για την υποτιθέμενη ύπαρξη «φασίζουσας» (έως και «φασιστικής») νοοτροπίας στην ελληνική αστυνομία.

Δεν παίρνω, φυσικά, όρκο, όμως μπαίνω στον πειρασμό αν μη τι άλλο να προβάλω (αυθαίρετα, αν θέλετε) τη δημόσια στάση της απέναντι στο τραγικό συμβάν αν στη θέση της είχε βρεθεί κάποιος άτυχος περαστικός, ή – ακόμα περισσότερο – αν είχε χτυπηθεί σοβαρά ή και σκοτωθεί ένας αστυνομικός. Θα μιλούσε, ίσως, για «ατυχές περιστατικό» που «δεν θα έπρεπε να συμβεί», ενώ, ως πιθανή συνήγορος υπεράσπισης των φυσικών αυτουργών σε κάποιο δικαστήριο, θα αναφερόταν στην κοινωνική ανισότητα, τους μηχανισμούς καταπίεσης και καταστολής και τον αυταρχισμό του «αστυνομικού» κράτους, κλπ., που ωθούν νέους ανθρώπους σε μορφές αντίδρασης που δεν αποκλείουν, σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμα και τη βία...

Το αναπόφευκτο ερώτημα στο μυαλό όλων είναι, ασφαλώς, ποια θα είναι η στάση της απέναντι στα ακραία κοινωνικά φαινόμενα που με τόσο πάθος υπερασπίστηκε, τώρα που κι εκείνη γεύτηκε με τρόπο τραγικό τις συνέπειές τους. Αυτές που είχαν γευτεί πριν από αυτήν τόσοι και τόσοι ανώνυμοι άνθρωποι της καθημερινής ζωής που είδαν να απειλείται ή και να χάνεται η σωματική τους ακεραιότητα (δεν θα εξαιρέσω εδώ νέα παιδιά που υπηρετούν στις αστυνομικές δυνάμεις και καθημερινά δεν ξέρουν πώς θα ξημερωθούν...), να καταστρέφεται η περιουσία τους, ακόμα και να χάνεται η ζωή αγαπημένων τους προσώπων (αλήθεια, ποιος ιδεολογικός εκπρόσωπος του ακραίου «προοδευτικού» χώρου ζήτησε ποτέ συγνώμη για το έγκλημα της Μαρφίν, ή τις διάφορες «παράπλευρες απώλειες» του ακροαριστερού ακτιβισμού;).

Ευχόμαστε, λοιπόν, ειλικρινά και ολόψυχα στην δυναμική νομικό και έγκριτη ακαδημαϊκό να ξεπεράσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και να επιστρέψει υγιής και με ανανεωμένες τις πνευματικές της δυνάμεις στον στίβο του λειτουργήματός της. Και, εδώ είμαστε για να καταγράψουμε την συνέπεια και το μη διαπραγματεύσιμο της ιδεολογίας της. Ακόμα και τώρα – ή μάλλον, ειδικά τώρα – που η εμπράγματη εκδοχή της ιδεολογίας αυτής έφτασε να απειλήσει την ίδια της την υπόσταση...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φιλελευθερισμός και κομματισμός

Δεν θα υπεισέλθω στην πολιτική ουσία της διαγραφής της βουλευτού Β΄ Αθήνας, Κατερίνας Παπακώστα, από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ζητήματα τέτοιας φύσης αποτελούν εσωτερικές υποθέσεις των κομμάτων, και οι όποιοι σχολιασμοί αφήνονται στους κατά περίπτωση οπαδούς τους. Το σύντομο αυτό σχόλιο παίρνει μόνο ως αφορμή το συγκεκριμένο περιστατικό για να θέσει ένα πολύ γενικότερο ερώτημα ακαδημαϊκής φύσης: Είναι συμβατή η ιδεολογία του φιλελευθερισμού (την οποία – υποτίθεται – ασπάζεται το κόμμα της ΝΔ) με την νοοτροπία του κομματισμού (την οποία το κόμμα αυτό, όπως εξ άλλου και όλα τα υπόλοιπα, στην πράξη υιοθετεί και επιδεικνύει);

Αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει την ουσία του φιλελευθερισμού (πολιτική, οικονομική, κοινωνική ή φιλοσοφική), θα συνιστούσα να διαβάσει το εξαιρετικό σύγγραμμα του Αριστείδη Χατζή, «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ». Η κεντρική ιδέα στην οποία θα μπορούσε κάποιος να καταλήξει είναι ότι, για τον φιλελευθερισμό, ο θεμελιώδης «ηθικός» κανόνας είναι η με κάθε τρόπο προάσπιση της ελευθερίας του ατόμου (εφόσον αυτή, εννοείται, δεν παραβιάζει αυτονόητους κανόνες κοινωνικής συνύπαρξης, όπως η αποφυγή πρόκλησης σωματικής, υλικής ή ηθικής βλάβης στον συνάνθρωπο).

Ειδικότερη ευαισθησία επιδεικνύει ο φιλελευθερισμός για την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασής της, δηλαδή, την ελευθερία του λόγου (στο βαθμό, επαναλαμβάνουμε, που ο λόγος δεν είναι επιβλαβής για τους συνανθρώπους, με τρόπους που καθορίζονται από τους νόμους της πολιτείας). Σε πολιτικό επίπεδο, αυτονόητα δεν χωρούν στην ιδεολογία του φιλελευθερισμού έννοιες όπως «επίσημη γραμμή του κόμματος» ή «κομματική πειθαρχία», σε ό,τι αφορά την δυνατότητα ενός κομματικού στελέχους να εκφράζεται κατά συνείδηση και όχι σύμφωνα με προκαθορισμένες θέσεις, ακόμα και αν αυτές προκύπτουν από πλειοψηφικές διαδικασίες μέσα στα θεσμικά όργανα μιας παράταξης.

Αν και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κομματικής αυτοσυντήρησης, λοιπόν, η αναγκαστική κομματική ευθυγράμμιση καθ’ υπέρβαση της εξατομικευμένης αίσθησης του δικαίου σε καμία περίπτωση δεν συνάδει προς την γενικότερη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού. Εκτός βέβαια αν αναφερόμαστε σε φιλελευθερισμό «αλά καρτ», που αφορά δηλαδή απλά και μόνο την ελευθερία της αγοράς.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι είναι όντως δυνατό να υπάρχουν «φιλελεύθερα» κόμματα, εδώ και αλλού...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Σκέψεις στον απόηχο ενός ντέρμπι

Ο πρόσφατος αγώνας ΑΕΚ – Ολυμπιακού ήταν μια αληθινή διαφήμιση για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Παιχνίδι που ελάχιστα είχε να ζηλέψει από αντίστοιχα ντέρμπι μεγάλων ξένων πρωταθλημάτων, από δύο ομάδες που έπαιξαν ποιοτικό, επιθετικό, αλλά και καθαρό, δίχως σκοπιμότητες, ποδόσφαιρο. Κέρδισε τελικά η ομάδα που πίστεψε περισσότερο στη νίκη. Όμως, μεγαλύτερος ακόμα νικητής ήταν το ίδιο το άθλημα!

Στον απόηχο του θριάμβου, όσοι αγαπούμε την ΑΕΚ θα πρέπει να προβληματιστούμε για κάποια πράγματα που, κατά τη γνώμη μου, σκιάζουν ως ένα βαθμό τη μεγάλη νίκη της ομάδας...

Πρώτα και κύρια, για μία ακόμα φορά η ΑΕΚ εκτέθηκε από την εξωαθλητική δράση των γνωστών αλητών που, ως δήθεν οπαδοί της, έχουν παρεισφρήσει στις τάξεις των «οργανωμένων» με μοναδικό σκοπό να χρησιμοποιούν τους συνδέσμους ως ορμητήρια «επαναστατικής γυμναστικής» απέναντι στις αστυνομικές δυνάμεις. Το ότι δεν ανήκουν ιδεολογικά στο χώρο της ΑΕΚ είναι αυταπόδεικτο, αφού κάθε φορά δρουν ενάντια στα συμφέροντα του συλλόγου. Στο πρόσφατο ντέρμπι, ειδικά, δημιούργησαν προϋποθέσεις διακοπής του αγώνα σε μία στιγμή που η ΑΕΚ είχε ήδη ξεκινήσει τη μεγάλη ανατροπή. Προτεραιότητά τους δεν ήταν, εν τούτοις, η υποστήριξη της ομάδας μέσα στο γήπεδο, αλλά η μάχη με τον «εχθρό» απ’ έξω. Πράγμα που αποκάλυψε για πολλοστή φορά τον πραγματικό λόγο της παρουσίας τους σε ένα αθλητικό δρώμενο...

Τι έχουν κάνει οι σύνδεσμοι οπαδών της ΑΕΚ για να απομακρύνουν οριστικά από τις τάξεις τους αυτά τα παράσιτα που δυσφημούν τον σύλλογο και τον ζημιώνουν τόσο σε αγωνιστικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο; Από την άλλη μεριά, ποιες ουσιαστικές (όχι προσχηματικές) πρωτοβουλίες έχει πάρει η ίδια η ΠΑΕ σε αυτή την κατεύθυνση; Πώς επιτρέπεται σε αυτά τα άτομα ακόμα και να πλησιάζουν τον περίβολο του σταδίου; Πόσοι από αυτούς έχουν προσαχθεί και περάσει διαδικασία ταυτοποίησης από την αστυνομία; Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, και κάποιοι οφείλουν κάποτε να τα απαντήσουν!

Ο δεύτερος προβληματισμός έχει διαφορετική αφετηρία από τον προηγούμενο. Θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί λέγοντας ότι, μία νίκη μέσα στον αγωνιστικό χώρο μετατρέπεται σε ηθική ήττα αν εκείνοι που θεωρούν εαυτούς νικητές αποδειχθούν κατώτεροι του επιτεύγματος! Όμως, ας πάρω τα πράγματα από την αρχή – και ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης την κατάχρηση του πρώτου ενικού:

Ως φίλαθλος της ΑΕΚ, ενοχλούμαι αφάνταστα από τον κατά βάση συμπλεγματικό τρόπο με τον οποίο εδώ και πολλά χρόνια αντιμετωπίζουν τον Ολυμπιακό ο οπαδικός Τύπος και τα οπαδικά sites της ΑΕΚ. Για να είμαστε αντικειμενικοί, από το 1996 και ως τη λήξη της θητείας της προηγούμενης διοίκησής του, δεν έλειψαν από τον σύλλογο του Πειραιά ο κυνισμός και η αλαζονεία απέναντι στην ΑΕΚ. Πρωτοκλασάτοι ποδοσφαιριστές υφαρπάχτηκαν από την Ένωση. Το ίδιο κι ένας προπονητής – σύμβολο, η φυγή του οποίου έφερε αργότερα την ΑΕΚ στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Ένας τίτλος, τον οποίο έχασε η ΑΕΚ στα δικαστήρια παρά στους αγωνιστικούς χώρους, επισφραγίστηκε με τον αλαζονικό σαρκασμό και τη χλεύη του τότε προέδρου του Ολυμπιακού προς τους φίλους της ΑΕΚ, σε αθλητική εκπομπή της τηλεόρασης. Και τόσα άλλα που τώρα ξεχνώ...

Το πληγωμένο φιλότιμο των Αεκτζήδων ήταν «βούτυρο στο ψωμί» για κάποιους ασκούντες την οπαδική δημοσιογραφία, οι οποίοι κυριολεκτικά έχτισαν καριέρες καλλιεργώντας αντι-Ολυμπιακό μίσος στον κόσμο της ΑΕΚ! Όμως, όταν μισείς κάτι υπέρμετρα, ταυτόχρονα το γιγαντώνεις στη συνείδησή σου, ώσπου καταντάς να κατωτεροποιείσαι ασυναίσθητα απέναντί του. Με τις ευλογίες, έτσι, του οπαδικού Τύπου και των συγγενών sites, φτάσαμε στην έσχατη αναξιοπρέπεια να πανηγυρίζουμε ως «νίκες» της ΑΕΚ τις ήττες του Ολυμπιακού, τον καιρό που είχαμε πια προ πολλού λησμονήσει τη γεύση μιας αυθεντικά δικής μας νίκης.

Αν θέλαμε να περιγράψουμε το ζήτημα με όρους ακαδημαϊκούς, θα λέγαμε ότι η ΑΕΚ κατάντησε να ετεροκαθορίζεται μερικώς με βάση μία αρνητική ιδιότητα, αυτήν του «αντι-Ολυμπιακού». Και έφτασε να προσμετρά τα επιτεύγματα του συλλόγου και σε συνάρτηση με τις αποτυχίες του μισητού αντιπάλου. Με πλέον ταπεινωτική έκφανση της νοοτροπίας αυτής τους πανηγυρισμούς δημοσιογράφου και αναγνωστών σε αθλητικό site μετά από μία διεθνή αποτυχία του Ολυμπιακού, σε ένα άρθρο όπου η ήττα εκείνη χαρακτηριζόταν ακόμα πιο σημαντική κι από μια ενδεχόμενη νίκη της ΑΕΚ σε δικό της διεθνές παιχνίδι που θα λάμβανε χώρα την επόμενη μέρα!

Θα μπορούσε κάποιος εδώ να διακρίνει αισθήματα εχθροπάθειας όμοια με εκείνα ενός κατακτημένου λαού απέναντι στους κατακτητές του, τους οποίους φθονεί μεν αλλά κατά βάθος θα επιθυμούσε να βρίσκεται στη θέση τους. Και, ανάμεσα στις μεγαλύτερες χαρές των «υποτελών» είναι οι περιστασιακές ήττες των «εχθρών» τους. Είναι – λυπάμαι που το λέω – η άγρια ικανοποίηση ενός συμπλεγματικού μπροστά στη θέα της αποτυχίας εκείνου τον οποίο έχει πείσει τον εαυτό του να θεωρεί ως υπέρτερο!

Ας έρθουμε τώρα και πάλι στο πρόσφατο ντέρμπι ΑΕΚ – Ολυμπιακού. Αλγεινή (για να μην πω κάτι χειρότερο) εντύπωση μου προκάλεσε ανάρτηση σε γνωστό οπαδικό site φίλων της ΑΕΚ, όπου ο αντίπαλός μας αναφερόταν χλευαστικά ως «ολυμπιακάκι»! Ο (κατά τα άλλα άκρως ευφυής) δημοσιογράφος και διευθύνων το site απέτυχε να αντιληφθεί τον προφανή βιασμό της λογικής στο κείμενό του. Πράγματι, ποια ανάγκη πανηγυρισμών και θριαμβολογίας υφίσταται αν το μέγεθος του ηττηθέντος είναι όντως τόσο μικρό όσο παρεμφαίνει η χρήση του άκομψου και απρεπούς υποκοριστικού;

Εκτός από το να σμικρύνει τη νίκη της ΑΕΚ, ο επιτηδευμένος αυτός μινιμαλισμός ενός μεγάλου αντιπάλου φανερώνει συμπλεγματικό ξέσπασμα λόγω αίσθησης αδυναμίας, παρά αληθινό αίσθημα υπεροχής που πηγάζει από επίγνωση ισχύος. Εκφράζει απωθημένη οργή υποτελών, όχι μεγαλοσύνη αρχόντων. Και, τέτοιου είδους συναισθήματα, εκφραζόμενα με τέτοιας ποιότητας λόγο, κάθε άλλο παρά αρμόζουν στην ιστορία της ΑΕΚ!

Η νίκη της ΑΕΚ ήταν σημαντική λόγω ακριβώς του μεγέθους του αντιπάλου της. Οι αληθινοί νικητές, εν τούτοις, αναδεικνύονται και από το ηθικό τους ανάστημα, όχι μόνο από το σκορ του αγώνα. Και το ανάστημα αυτό μετριέται κι από τον σεβασμό στον αντίπαλο. Οι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ, καθώς και οι περισσότεροι φίλαθλοί της, απέδειξαν ότι πράγματι το διαθέτουν. Για κάποιους άλλους, αντίθετα, ίσως και να χάθηκε το παιχνίδι...

Η ΑΕΚ, λοιπόν, θα πρέπει επιτέλους να απαλλαγεί από το (συνειδητό ή όχι) σύνδρομο ηττοπάθειας που χρόνια τώρα την διακατέχει απέναντι στον σύλλογο του Πειραιά, και να αποβάλει την αυτοεικόνα της «πτωχής πλην τιμίας» που πολεμά με άνισους όρους κάποιες πανίσχυρες αλλά, εν τέλει, ανίκητες δυνάμεις του «κακού». Αν πάρει πρωτάθλημα, όσοι την αγαπούμε θα χαρούμε επειδή ήρθε πρώτη, όχι γιατί ξεπέρασε τον Ολυμπιακό. Κι όποτε κερδίζουμε τον τελευταίο σε ένα ματς, θα χαιρόμαστε απλά και μόνο για τη νίκη σε ένα ντέρμπι, όχι με εκείνη την άγρια χαρά κάποιου που, διακατεχόμενος από αίσθημα κατωτερότητας απέναντι σε έναν αντίπαλο, βλέπει τη νίκη αυτή σαν εκδίκηση. Αν, πάλι, χάσουμε, δεν βλέπω τον λόγο να απολυθεί εξ αυτού και μόνον ολόκληρο το τεχνικό τιμ της ομάδας και να πέσουν οι οπαδοί σε μαζική κατάθλιψη: μια ήττα σαν όλες τις άλλες θα είναι!

Η ίδια της η ιστορία απαγορεύει στην ΑΕΚ να αυτοπροσδιορίζεται (έστω εν μέρει) ως δύναμη άρνησης απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο, όσο μεγάλος κι αν είναι αυτός. Οι φίλοι της αυτό το γνωρίζουν καλά. Καιρός να το μάθουν και κάποιοι που έχουν τον τυφλό οπαδισμό ως κύριο επάγγελμα...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το φάντασμα του «μοναχικού λύκου» και η νέα κοινωνία δεδομένων

Στην υπέροχη ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, «Ο Άνθρωπος του Τραίνου» (1958), ο Γιάννης Μαρής περιέλαβε στο σενάριό του έναν από τους ωραιότερους διαλόγους που έχουν ακουστεί στο ελληνικό σινεμά:

– Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα όνειρο, ένα φάντασμα!

– Αυτό είναι το χειρότερο! Έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, κακές πλευρές... Ένα όνειρο όμως, ένα φάντασμα, πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ' την ίδια τη ζωή!

Βέβαια, το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να προκαλέσει το φάντασμα ενός περασμένου – έστω κι αν όχι ξεχασμένου – εραστή είναι η προσωρινή διατάραξη της συζυγικής γαλήνης ενός κατά τα άλλα ευτυχισμένου ζευγαριού (αυτό τουλάχιστον μας διδάσκει η ταινία). Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν «φαντάσματα» που απειλούν σήμερα πολύ περισσότερες και πιο κρίσιμες βεβαιότητές μας. Πάνω απ’ όλα, το ίδιο το αίσθημα της ασφάλειάς μας, εκείνο που μας επέτρεπε κάποτε να βαδίζουμε ανέμελα στους δρόμους μιας πόλης, να απολαμβάνουμε ελεύθερα τις υπηρεσίες των μέσων μεταφοράς, ή να περνάμε ξένοιαστες στιγμές σε κάποιο χώρο μαζικής διασκέδασης...

Το πώς θα αντιμετωπίσει η (κάθε) συντεταγμένη Πολιτεία το χαοτικό φαινόμενο της αυτονομημένης και όχι κεντρικά ελεγχόμενης τρομοκρατίας, είναι ζήτημα που μας ξεπερνά και δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να το θίξουμε. Το ερώτημα που εξίσου απασχολεί, όμως, είναι η ανταπόκριση της ίδιας της κοινωνίας στο νέο αυτό είδος μονόπλευρου πολέμου, όπου ο κάθε φιλήσυχος κι ανυποψίαστος πολίτης είναι στις συνειδήσεις κάποιων ένας «στρατιώτης του εχθρού» που πρέπει να αφανιστεί! Κι αυτοί οι «κάποιοι» μοιάζουν με φαντάσματα, δεν έχουν σχήμα και μορφή. Όταν τελικά την αποκτήσουν, είναι ήδη αργά για τα θύματα της παρανοϊκής δολοφονικής τους μανίας...

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αναμφίβολα ο πιο αιματηρός πόλεμος της Ιστορίας. Μέσα σ’ αυτόν καταγράφηκαν μερικά από τα φρικτότερα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε ο Άνθρωπος από την αρχή της ύπαρξής του. Αν κατάφεραν, τελικά, να υπάρξουν νικητές είναι γιατί απέναντί τους είχαν έναν απόλυτα οριοθετημένο και ξεκάθαρα προσδιορισμένο εχθρό: τον Φασισμό. Κυρίως στην αποκρουστικότερη εκδοχή του, αυτήν του Ναζισμού.

Σήμερα, η πολιτισμένη Δύση (παρά τις όποιες ενστάσεις, θα επιμείνω στην μη τοποθέτηση εισαγωγικών...) βιώνει ένα άλλο είδος πολέμου, απέναντι σε ένα διαφορετικό είδος βαρβαρότητας. Μια βαρβαρότητα που τούτη τη φορά δεν σχετίζεται με εθνική υπεροψία ή με ιδεοληπτικό ρατσισμό, αλλά με τυφλό θρησκευτικό φανατισμό που οδηγεί στο δόγμα πως ο «άπιστος» δεν πρέπει να έχει δικαίωμα στη ζωή!

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα είδος εξοντωτικού «νεο-ναζισμού» όπου η έννοια της ράτσας υποκαθίσταται από εκείνη της απόλυτης θρησκευτικής συμμόρφωσης και υποταγής, ενώ τη θέση του “Mein Kampf” παίρνει ένα ιερό βιβλίο που στο όνομά του έχουν χυθεί ποταμοί ανθρώπινου αίματος. Στόχος αυτού του νέου ολοκληρωτισμού είναι ο μετασχηματισμός των κοινωνιών με βάση ιδέες, ήθη και πρότυπα που καταργούν πολιτισμικές κατακτήσεις αιώνων και επιχειρούν να γυρίσουν την ανθρωπότητα στις πιο σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας της.

Ο εχθρός, όμως, σ’ αυτό τον πόλεμο είναι ακόμα πιο ύπουλος και πιο επικίνδυνος, γιατί είναι κατ’ ουσίαν αόρατος. Δεν φορά στολή Ναζί, δεν οδηγεί τανκ, ούτε παρελαύνει ομαδικά και συντεταγμένα σε δρόμους κατακτημένων πόλεων. Μπορεί να έχει μορφή γνώριμη κι «ακίνδυνη». Όπως εκείνη του ήσυχου και συνεσταλμένου νεαρού φοιτητή που μένει στο διπλανό σπίτι, ή κάποιου φαινομενικά άκακου οικογενειάρχη δυο δρόμους παρακάτω, τον οποίο η τοπική κοινωνία θεωρούσε πάντα κι αντιμετώπιζε σαν έναν «δικό της άνθρωπο».

Ο εχθρός τώρα είναι αυτός ακριβώς που δεν περιμένεις πως είναι εχθρός! Κάποιος που ποτέ δεν σε άφησε να καταλάβεις το μίσος που κουβαλούσε μέσα του για τον δικό σου πολιτισμό, μέσα στον οποίο έχει εμφιλοχωρήσει σαν κακό μικρόβιο που καταστρέφει τον οργανισμό που το φιλοξενεί... Ο εχθρός - φάντασμα είναι ένας αυτονομημένος και οργισμένος «μοναχικός λύκος» που, έτσι ξαφνικά και απροειδοποίητα, χωρίς την παραμικρή πρόκληση και δίχως εμφανή αιτία, μπορεί να διαπράξει στη μέση του δρόμου τα φρικτότερα εγκλήματα από εποχής Άουσβιτς, στο όνομα μιας ιδεολογίας που αποτελεί διαστροφική παραποίηση θρησκευτικής πίστης...

Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του παρανοϊκού αυτού πολέμου πάνω στην κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων είναι αδύνατο να προβλεφθούν απόλυτα, αφού υπεισέρχεται μία ατέλειωτη σειρά παραμέτρων που είναι δύσκολο να ελεγχθούν επακριβώς και είναι τόσο ευαίσθητες ώστε η σχέση αιτίου – αιτιατού να προσλαμβάνει χαοτικό χαρακτήρα. Ένα από τα πιθανά αποτελέσματα – ίσως το χειρότερο όλων – είναι η ενδυνάμωση ενός φαινομένου της εποχής: η βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης ατομικότητας σε πληροφορία. Ας δούμε το σενάριο συνοπτικά:

Το αίσθημα της δημόσιας ασφάλειας καταρρέει, και μαζί με αυτό καταργείται η εμπιστοσύνη προς οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί «ξένο» ή «διαφορετικό» σε μία κοινωνία. Με σκοπό την καλύτερη προστασία της ζωής του, ο πολίτης πρόθυμα πλέον καταθέτει το δικαίωμά του στην ιδιωτικότητα στα χέρια μηχανισμών της εξουσίας, ενώ παράλληλα τείνει να γίνεται όλο και περισσότερο εσωστρεφής, προτιμώντας συχνά την ασφάλεια του σπιτιού του από την αβεβαιότητα του έξω κόσμου. Κοινωνικός του χώρος γίνονται τώρα κατά κύριο λόγο τα social media, μέσα στα οποία πιστεύει πως μπορεί να αισθάνεται «πιο ασφαλής».

Έτσι, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το άτομο απομακρύνεται βαθμιαία από την κοινωνία των ανθρώπων, εντάσσοντας τον εαυτό του ως σχεδόν απρόσωπο user name σε μία «κοινωνία δεδομένων». Και, δίχως καν να το υποπτεύεται, γίνεται εξάρτημα σε ένα αριστοτεχνικά στημένο οικονομικό παιχνίδι, αφού η παραμικρή πληροφορία και το κάθε δεδομένο – ναι, ακόμα και τα αθώα “Like” στο Facebook! – καταγράφονται συστηματικά από την αγορά και αξιοποιούνται με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί, εν τέλει, «πώς τρελάθηκαν» έτσι ξαφνικά μερικοί άνθρωποι και βγήκαν στους δρόμους για να σκοτώσουν τυφλά κι απρόκλητα και να σκοτωθούν. Είναι, άραγε, οι πολιτικές της «κακής Δύσης» προς τον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο» (ζητώ συγνώμη για την αδόκιμη αλλά πρακτικά αναπόφευκτη χρήση του όρου) ικανές από μόνες τους να δικαιολογήσουν αυτή τη δολοφονική παράνοια που βιώνουμε σήμερα; Επί πλέον, πόσο θα μπορούσαν όλα αυτά να επιταχύνουν την ήδη διαφαινόμενη βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης κοινωνίας σε κοινωνία δεδομένων, όπου το άτομο τείνει να αποτελέσει μονάδα κωδικοποιημένης πληροφορίας;

Ένα σκοτεινότερο ερώτημα – ίσως και να ακούγεται σαν θεωρία συνωμοσίας – αφορά το κατά πόσον η παραπάνω μετάλλαξη όντως υπήρξε αναπόφευκτο προϊόν μιας περίπλοκης κι ανασφαλούς εποχής, καθώς και δυσάρεστη παρενέργεια μιας ασυγκράτητης τεχνολογικής προόδου, και όχι το εξαρχής ζητούμενο σε κάποιες αόρατες μεθοδεύσεις...

Δεν ισχυρίζομαι, φυσικά, ότι διαθέτω τις απαντήσεις. Τα ίδια τα ερωτήματα, όμως, τρομάζουν. Ίσως ακόμα περισσότερο κι από την πρωταρχική αιτία που τα προκάλεσε...

ΤΟ ΒΗΜΑ