Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Πόσο «δεξιός» ήταν ο Χίτλερ;


Άκουσα πριν καιρό κάποιον από τον χώρο της Αριστεράς να χαρακτηρίζει τους σημερινούς (νεο)φιλελεύθερους αντιπάλους του ως πολιτικούς απογόνους των συμπαθούντων τους Ναζί. Ομολογώ ότι, ως ακραία αντισυμβατικό χιούμορ, το βρήκα χαριτωμένο! Φαντάζομαι ότι ακόμα περισσότερο χαριτωμένος θα ακουγόταν ένας ισχυρισμός του τύπου, π.χ., ότι ο Χίτλερ υπήρξε πιο αριστερός από τον Μπαράκ Ομπάμα. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως, κατά μία έννοια, αυτό το δεύτερο έχει μεγάλη δόση αλήθειας!

Τους πολιτικούς όρους «δεξιός» και «αριστερός» συνηθίζουμε να τους χρησιμοποιούμε χωρίς να πολυ-σκεφτόμαστε τη σημασία τους, σαν a priori έννοιες που δεν υπόκεινται σε ορισμό αλλά επιδέχονται μονοσήμαντη και αυτονόητη ερμηνεία. Κάτι που αντιλαμβάνεται κάποιος σχεδόν διαισθητικά, αλλά το περίγραμμά του είναι τόσο σαφές ώστε με βάση αυτό να μπορούν να κατηγοριοποιούνται άνθρωποι και καθεστώτα. Για πολλούς, δεξιό είναι απλά κάθε πολιτικό σύστημα που «ευνοεί τους πλούσιους», ενώ αριστερό, κάθε σύστημα που «ευνοεί τους φτωχούς».

Η σύγχρονη φιλοσοφική τάση, εν τούτοις, είναι να αντιλαμβανόμαστε το δίπολο «αριστερά – δεξιά» με βάση το αντίστοιχο «ισότητα – ελευθερία». Η αντιστοίχιση, όμως, δεν είναι τόσο γραμμική όσο φαίνεται, αφού υπάρχει μία παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε. Αυτή αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα στην κοινωνική (και, κατ’ επέκταση, πολιτική) και την οικονομική διάσταση των πραγμάτων. Αν ληφθεί υπόψη και αυτό το κριτήριο, ούτε η ισότητα είναι αποκλειστικά «αριστερό» προνόμιο, ούτε η ελευθερία αποκλειστικά «δεξιό».

Σε πολύ γενικούς όρους, θα λέγαμε συμβολικά ότι η κοινωνική διάσταση σχετίζεται με το «είμαι», ενώ η οικονομική με το «έχω». Έτσι, τόσο η ελευθερία, όσο και η ισότητα, μπορούν να αξιολογηθούν με βάση δύο διαφορετικές (αλλά συμπληρωματικές) θεωρήσεις.

Κοινωνική (συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική) ελευθερία σημαίνει ελευθερία στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοδιαχείριση του ατόμου. Σημαίνει ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων η ελευθερία στην πίστη, στον λόγο, στην αντίληψη και διαχείριση του σώματος, στην κοινωνική και πολιτική ένταξη, κλπ.

Η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό (αν και οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι τείνουν αυτό να το αρνούνται). Σημαίνει ελευθερία του ατόμου να επιδιώκει την απόκτηση περισσότερων αγαθών μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού βάσει θεσμοθετημένων κανόνων (η θεσμοθέτηση των οποίων, εν τούτοις, δεν γίνεται πάντα με τρόπο που σέβεται τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα...). Αυτό το είδος ελευθερίας δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε κρατική συμμετοχή ή παρέμβαση (πέραν των αναγκαίων ελαχίστων) σε οικονομικά ζητήματα, ενώ έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με το κράτος πρόνοιας.

Κοινωνική ισότητα σημαίνει ίσα δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από χαρακτηριστικά όπως η φυλή, το φύλο, οι εθνικές και πολιτισμικές καταβολές, κλπ. Αυτονόητα, το είδος αυτό της ισότητας δεν είναι συμβατό με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ακόμα και ο εθνικισμός.

Από διαφορετική σκοπιά, οικονομική ισότητα σημαίνει άμβλυνση, κατά το δυνατό (έως και πλήρη εξάλειψη, σε ακραίες περιπτώσεις) των οικονομικών ανισοτήτων σε μία κοινωνία. Και, επειδή μια τέτοια διαδικασία είναι αδύνατο να συντελεστεί με αυθόρμητο τρόπο, η κρατική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία. Μια τέτοια παρέμβαση στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία, καθώς και στην προσβασιμότητα όλων των πολιτών σε τομείς όπως η παιδεία και το σύστημα υγείας (αυτό που ονομάζουμε, δηλαδή, κράτος πρόνοιας).

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα:

1. Το καθεστώς Πινοσέτ στη Χιλή (1973–1990) αντιπροσωπεύει το απόλυτο κοντράστ ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομική ελευθερία. Ένα από τα πλέον αιμοσταγή και τυραννικά δικτατορικά καθεστώτα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής του πρώτου πειράματος στην άνευ ορίων οικονομική φιλελευθεροποίηση (αυτό που ονομάζουμε – και θεωρώ τον όρο απόλυτα δόκιμο – νεοφιλελευθερισμό). Όπως είναι φυσικό, το πείραμα επέφερε κοινωνική ανισότητα και οδήγησε μεγάλα τμήματα του λαού της Χιλής σε οικονομική εξαθλίωση. [Οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι» συχνά αποσιωπούν την επιστημονική και ηθική υποστήριξη που πρόσφερε στον Πινοσέτ το ακαδημαϊκό πρότυπό τους, ο Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος και καθηγητής Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Μια πράξη που θα στιγματίζει για πάντα την υστεροφημία του...]

2. Το καθεστώς του Στάλιν, ακραίο έως απάνθρωπο πρότυπο σκληρού Μαρξιστικού συστήματος, επέβαλε την πολιτική της οικονομικής ισότητας καταλύοντας με βία και μαζικές δολοφονίες κάθε έννοια ατομικής, κοινωνικής, ακόμα και πολιτιστικής ελευθερίας. Γενικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι η κομμουνιστική ιδεολογία, στοχεύοντας στην εξίσωση των ανθρώπων μιας κοινωνίας μέσω ολικής κατάργησης της ελευθερίας τους, αποτελεί την αυθεντικότερη εκδοχή της αριστερής κοσμοθεώρησης (με βάση, τουλάχιστον, το διπολικό κριτήριο «ισότητα – ελευθερία», στο οποίο αναφερθήκανε νωρίτερα).

3. Η διακυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα αντίθεσης ανάμεσα στην οικονομική και την κοινωνική ελευθερία. Από τη μία, η περίοδος Ρέιγκαν σήμανε το οριστικό τέλος της μεταπολεμικής Κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής και την επάνοδο στον κλασικό οικονομικό φιλελευθερισμό, στα πρότυπα του νεοφιλελευθερισμού του Πινοσέτ στη Χιλή και της Θάτσερ στην Αγγλία. (Φυσικά, ο Μίλτον Φρίντμαν καλοδέχτηκε και ύμνησε δεόντως αυτή τη μετάβαση!) Από την άλλη, η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της χώρας στον κοινωνικό συντηρητισμό, με μία απόπειρα περιορισμού ή και ολικής κατάργησης πολλών κοινωνικών ελευθεριών που είχαν κατακτηθεί κατά την περασμένη δεκαετία (π.χ., μέσω προώθησης υπερσυντηρητικών δικαστών από τον Ρέιγκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).

4. Οι υπέρμαχοι των ιδεών του κοινωνικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ (Liberals), παραδοσιακά ανήκοντες στο Δημοκρατικό Κόμμα και, κατά μία έννοια, πολιτικοί απόγονοι του Ρούσβελτ, θεωρούνται ως οι εκπρόσωποι της «Αριστεράς» στη χώρα εκείνη. Στον τομέα της οικονομίας ασπάζονται τις Κεϋνσιανές ιδέες (αυξημένος κεντρικός έλεγχος της οικονομίας και σχετικός περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας, εργασία για όλους, πρόσβαση στο σύστημα εκπαίδευσης και το σύστημα υγείας για κάθε πολίτη, απέχθεια για τον οικονομικό φιλελευθερισμό, κλπ.). Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε φαινόμενο που παραπέμπει σε ρατσισμό ή σεξισμό.

Τις τελευταίες δεκαετίες, εν τούτοις, ο αμερικανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός μοιάζει να προδίδει τις ίδιες τις αρχές του υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας, το οποίο θέτει ασφυκτικούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και έχει οδηγήσει σε ένα παρανοϊκό «κυνήγι μαγισσών» για όσους δεν υποτάσσονται στις επιταγές του.

5. Ποιο διαβόητο καθεστώς υπήρξε, ιστορικά, το πρώτο που συνέλαβε και εφάρμοσε στην πράξη (στον τομέα της οικονομίας μόνο, φυσικά!) τις Κεϋνσιανές ιδέες, πριν ακόμα το διανοηθεί ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης της δεκαετίας του ’30 στην Αμερική (και, φυσικά, πολύ πριν ασπαστούν τις ιδέες αυτές οι Αμερικανοί κοινωνικοί φιλελεύθεροι); Πιθανώς το μαντέψατε: το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία, το οποίο ανέλαβε την εξουσία το 1933 αλλά είχε προ πολλού αποφασίσει το είδος της οικονομικής πολιτικής που επρόκειτο να εφαρμόσει!

Όπως σημειώνουν σε άρθρα τους [1,2] φιλελεύθεροι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές όπως ο David Gordon και ο L.H. Rockwell, Jr., ήδη από το 1920 το ναζιστικό κόμμα είχε προτείνει ένα οικονομικό πρόγραμμα το οποίο, μεταξύ άλλων, προέβλεπε κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα ενοικιάζονταν φθηνά, στη συνέχεια, σε μικρο-επιχειρηματίες. Ο ίδιος ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, μάλιστα, μετέπειτα διαβόητος Υπουργός Προπαγάνδας, υπήρξε φανατικός αριστερός στην αρχή της πολιτικής καριέρας του!

Στην ουσία, η Ναζιστική Γερμανία εφάρμοσε εξαρχής μία Κεϋνσιανή οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος ξόδευε όλο και περισσότερα στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής ενώ παράλληλα οδηγούσε τη χώρα στο δρόμο του πολέμου. (Όπως σημειώσαμε πιο πάνω, σε όμοια μονοπάτια κινήθηκε και ο Ρούσβελτ στην Αμερική, αν και η χώρα εκείνη σύρθηκε στον πόλεμο μετά το Περλ Χάρμπορ, έχοντας ως τότε αποφύγει να εμπλακεί σε αυτόν.)

Ο Χίτλερ, λοιπόν, χτύπησε την ανεργία ενεργοποιώντας κολοσσιαία προγράμματα δημοσίων έργων (τα οποία, βέβαια, είχε από πριν στην ατζέντα της η Δημοκρατία της Βαϊμάρης...) όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων. Παράλληλα, άσκησε εκφοβισμό στον ιδιωτικό τομέα επιβάλλοντας έλεγχο των τιμών και της παραγωγικότητας, επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων (capital controls – κάτι μας θυμίζει αυτό!), δημιούργησε εθνικό σύστημα υγείας και σύστημα ασφάλισης για ανέργους, κλπ. Γενικά, η παρεμβατική οικονομική πολιτική του ναζιστικού κόμματος αντανακλά την απέχθεια του καθεστώτος για την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, και τον εναγκαλισμό της ιδέας ενός εθνοκεντρικού «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Εξ ου και ο όρος «Εθνικοσοσιαλισμός» – που, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, δεν αποτελεί απλά ευφημισμό. Αξίζει να αναφέρουμε, μάλιστα, ότι ο ίδιος ο Κέυνς (Keynes) είχε αρχικά εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!

Η ναζιστική οικονομία, επομένως, κάθε άλλο παρά καπιταλιστική μπορεί να θεωρηθεί. Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις του Χίτλερ δεν πήγαν τόσο μακριά ώστε να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ή να εθνικοποιηθούν όλα τα μέσα παραγωγής, όπως στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν. Όμως, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν πλέον τον έλεγχο των τιμών, αφού αυτές καθορίζονταν τώρα από την κυβέρνηση.

Τούτων λεχθέντων, το θεωρώ περιττό να αναφερθώ στη στάση του ναζιστικού καθεστώτος απέναντι σε ζητήματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι κοινωνικές ελευθερίες και η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων (τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και το μαζικό ρατσιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες κατάργησης, στην πράξη, όλων των παραπάνω αξιών...). Είναι, όμως, τουλάχιστον γελοίο να ταυτίζει κάποιος σήμερα τους Ναζί με τους σύγχρονους νεοφιλελεύθερους, την Μέρκελ, τον Σόιμπλε, ή τους εγχώριους θαυμαστές του Μίλτον Φρίντμαν!

Οι Ναζί δεν αντιπροσωπεύουν απλά μία πολιτική ιδεολογία, ούτε ήταν απλά και μόνο κάποιο ιδιαίτερα αντιπαθές πολιτικό καθεστώς. Υπήρξαν έκφραση του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μια αληθινή «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», για να θυμηθούμε τα λόγια του φιλόσοφου και θεολόγου Emil Fackenheim...

Αναφορές:

[1] David Gordon, Nazi Economic Policy

https://mises.org/library/nazi-economic-policy

[2] L. H. Rockwell, Jr., Hitler’s Economics

https://mises.org/library/hitlers-economics

Aixmi.gr

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο Τελικός Κυπέλλου που η ΑΕΚ δεν κατέβηκε ποτέ...


Οι παρακάτω γραμμές αντανακλούν απόλυτα προσωπικές σκέψεις. Δεν βασίζονται σε οποιασδήποτε μορφής πληροφόρηση – την οποία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε ο γράφων να έχει – και δεν διεκδικούν το αλάθητο σε ό,τι αφορά την ερμηνεία των πραγμάτων. Αφορμή γι’ αυτές υπήρξε ο Τελικός του Κυπέλλου Ελλάδος στο ποδόσφαιρο, όμως αυτός ήταν μόνο η κορύφωση μιας σειράς γεγονότων που θυμίζουν χολιγουντιανή παραγωγή...

Ο ΠΑΟΚ έπαιξε εξαιρετικό ποδόσφαιρο στον Τελικό και δίκαια κατέκτησε το Κύπελλο. Το παραδέχθηκαν απόλυτα έντιμα, άλλωστε, οι ίδιοι οι αντίπαλοί του. Απέναντί του, όμως, δεν παρατάχθηκε η ΑΕΚ – όχι τουλάχιστον η ΑΕΚ που γνωρίζαμε μέχρι το μοιραίο εκείνο παιχνίδι της Τούμπας, που δεν τέλειωσε ποτέ. Ήταν η σκιά, το φάντασμα της ομάδας που νίκησε σε όλα τα ντέρμπι και έφυγε από το Γιουρόπα Λιγκ αήττητη και με ψηλά το κεφάλι! Ήταν μια ομάδα που έδινε την εντύπωση ότι μπήκε στο γήπεδο για να χάσει...

Για να είμαστε πραγματιστές, η ΑΕΚ δεν ξεκίνησε τη φετινή σεζόν με προοπτική να χτυπήσει τίτλο πρωταθλήματος. Το μαρτυρά, άλλωστε, το σφιχτό μπάτζετ σε ό,τι αφορά το ρόστερ της ομάδας. Η ΑΕΚ απλά δεν ήταν προετοιμασμένη για έναν τίτλο που ήρθε πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν (το ομολόγησαν αυτό και άνθρωποι της διοίκησής της). Αν θέλουμε να «συνωμοσιολογήσουμε» λιγάκι, θα ήταν μάλλον απίθανο (ίσως σε κάποιους να φαντάζει και προκλητικό) να «επιτραπεί» σε μία ομάδα που μόλις πριν πέντε χρόνια χρεοκόπησε, έπεσε στην Γ΄ κατηγορία, και χωρίς πολλή δυσκολία ανέβηκε ξανά στην Α΄ – κατά πολύ πλουσιότερη μάλιστα! – να κατακτήσει τίτλο πρωταθλήματος τόσο σύντομα (θυμόμαστε τα 10 χρόνια του Ολυμπιακού μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά...).

Στην ΑΕΚ, λοιπόν, είχαν αποδεχθεί τον ΠΑΟΚ ως τον πιο πιθανό πρωταθλητή, και το ενδιαφέρον των Αεκτζήδων επικεντρωνόταν κατά κύριο λόγο στην πορεία των έργων για το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τελικά, κόντρα στις προβλέψεις, το πρωτάθλημα χάθηκε για τον ΠΑΟΚ και πήγε στην άμεση ανταγωνίστριά του, που απλά έτυχε να είναι η ΑΕΚ. Τον τίτλο αυτό ουδείς έκλεψε από τους Θεσσαλονικείς – οι οποίοι, να σημειώσουμε, είχαν εξαιρετικά ευνοϊκή μεταχείριση από την διαιτησία. Τον απώλεσαν μόνοι τους «αυτοκτονώντας» σε δύο διαδοχικά ντέρμπι με Ολυμπιακό και ΑΕΚ, χάρις σε ασυλλόγιστες συμπεριφορές των οπαδών και της διοίκησής τους, αντίστοιχα.

Παρ’ όλα αυτά, στο χώρο του ΠΑΟΚ αναπτύχθηκε μία απίστευτη θεωρία συνωμοσίας για υποτιθέμενες δόλιες ενέργειες της ΑΕΚ, σε συνεργασία με το αθηναϊκό ποδοσφαιρικό κατεστημένο, που είχαν ως αποτέλεσμα την υφαρπαγή του τίτλου. Στην ενίσχυση του αφηγήματος συνέβαλαν και αθλητικοί δημοσιογράφοι – οπαδοί με νοοτροπία χούλιγκαν που, με εμπρηστικά κείμενα και ρεπορτάζ (ακόμα και στην κρατική τηλεόραση) φανάτισαν υπέρμετρα τον κόσμο του ΠΑΟΚ. Ένας φανατισμός ανάμικτος με μίσος, που άγγιξε την απόλυτη ψύχωση απέναντι στην ΑΕΚ!

Το ζήτημα έγινε σενάριο τρόμου όταν διαφάνηκε η πιθανότητα συνάντησης της ΑΕΚ με τον ΠΑΟΚ στον Τελικό του Κυπέλλου. Το κλίμα εχθρότητας (κυρίως με ευθύνη του ΠΑΟΚ) που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των δύο ομάδων θα μπορούσε να μετατρέψει ένα τέτοιο παιχνίδι σε πολεμική σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την ασφάλεια των φιλάθλων, όσο και για το ίδιο το διεθνές status του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Η αλήθεια είναι ότι η ΑΕΚ κατέβαλε «φιλότιμες» προσπάθειες να μην προκριθεί στον Τελικό, και παραλίγο να το «καταφέρει». Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τη λήξη του δεύτερου ημιτελικού με τη Λάρισα, φαινόταν σχεδόν βέβαιο ότι η θεσσαλική ομάδα θα ήταν εκείνη που θα αντιμετώπιζε τον ΠΑΟΚ στο ΟΑΚΑ στις 12 Μαΐου. Ήρθε όμως ακριβώς την τελευταία στιγμή εκείνο το απίστευτο σε εκτέλεση γκολ του Λάζαρου, που δεν είμαι βέβαιος αν ο σκόρερ το πανηγύρισε επειδή θα σήμαινε την πρόκριση της ΑΕΚ ή επειδή θα ανέβαζε ακόμα περισσότερο τις μετοχές του στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο εν όψει της κυοφορούμενης μετακίνησής του στο λιμάνι...

Η μοίρα, λοιπόν, αποφάσισε: ΑΕΚ–ΠΑΟΚ στον Τελικό! Το τι έγινε στο παιχνίδι εκείνο το γνωρίζουμε ήδη. Η ΑΕΚ εμφάνισε ένα θλιβερό σύνολο επιπέδου (επιεικώς) Β΄ Εθνικής, παίζοντας ποδόσφαιρο χωρίς σχέδιο, χωρίς πάθος, και κάνοντας παιδαριώδη λάθη στην άμυνα – μια άμυνα που δεν είχαν λυγίσει κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης όπως η Μίλαν και η Ντιναμό Κιέβου! Σε αντίθεση με τον ΠΑΟΚ, που κατέβηκε στο γήπεδο «με το μαχαίρι στα δόντια», η ΑΕΚ έδινε την εντύπωση ότι έπαιζε για να παίξει, σαν τον κακό υπάλληλο που πηγαίνει στην εργασία του περιμένοντας υπομονετικά να περάσει το οκτάωρο μέχρι να σχολάσει.

Ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι στην ΑΕΚ δεν υπήρχε κίνητρο. Αν, σε σχέση με αυτήν, ο ΠΑΟΚ ήταν όντως η «υπερομάδα» που ανέδειξε ο Τελικός, τούτο θα είχε κατά μείζονα λόγο καταφανεί στο «καταραμένο» παιχνίδι της Τούμπας, όταν ο ΠΑΟΚ έπαιζε, μπροστά στο δικό του κοινό, ένα ολόκληρο πρωτάθλημα. Το μοναδικό έγκυρο «γκολ», όμως, της συνάντησης εκείνης σημειώθηκε στα αποδυτήρια...

Χορτασμένη, λοιπόν, από τους πανηγυρισμούς και τις φιέστες για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, η ΑΕΚ εμφανίστηκε προκλητικά απροετοίμαστη (αν όχι ουσιαστικά αδιάφορη) στον Τελικό, με αποτέλεσμα να διασυρθεί και να δώσει δικαιώματα στους αντιπάλους της όχι μόνο να την αμφισβητήσουν αλλά και να την χλευάσουν. Αντίπαλοι – να το σημειώσουμε – που έδειξαν το ήθος τους επιδεικνύοντας στους ηττημένους την σημειολογία του «ανδρισμού» τους στη διάρκεια των πανηγυρισμών τους...

Το τι και γιατί συνέβη στον Τελικό της 12ης Μαΐου, είναι σε εμένα προφανές. Θα κρατήσω, όμως, την άποψή μου για τον εαυτό μου. Το ζητούμενο είναι να καθαρίσει τώρα η ατμόσφαιρα του ελληνικού ποδοσφαίρου από τις δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις που προκάλεσαν οι διαψευσμένες προσδοκίες ενός ποδοσφαιρικού νεοπλουτισμού, σε συνδυασμό με βαθιά ριζωμένα τοπικιστικά συμπλέγματα και πάγιες συνωμοτικές φαντασιώσεις.

Ο ρόλος της αθλητικής δημοσιογραφίας είναι εδώ πρωταρχικός. Αν μη τι άλλο, στο να βοηθήσει να κλείσουν οι πληγές τις οποίες τόσο επιπόλαια κι ανεύθυνα υποδαύλισε και συντήρησε ένα ακραία οπαδικό κομμάτι της...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Χάρτινοι» μύθοι για ένα δίκαιο πρωτάθλημα

Περίσσεψε τούτες τις μέρες η μικροψυχία εναντίον της ΑΕΚ. Όχι μόνο για την κατάκτηση ενός εγχώριου τίτλου στο ποδόσφαιρο αλλά ακόμα και για έναν εθνικής σημασίας θρίαμβο στο μπάσκετ. Σαν τυχαίο παράδειγμα αναφέρω ότι, σε εκπομπή δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού, με θέμα την οικονομία, ένας εκ των παρουσιαστών – δηλωμένος οπαδός του Ολυμπιακού – ακούστηκε να ρωτάει ειρωνικά «πώς το λένε αυτό το κύπελλο, Σαπόρτα;» και να χαρακτηρίζει απαξιωτικά τη σπουδαία αντίπαλο της ΑΕΚ στον τελικό «μια καλή ομαδούλα»!

Η λάσπη, όμως, που σχεδόν έπνιξε την Αθήνα δεν ήρθε από τον Πειραιά (εξαιρώ τον γραφικό – πλην συμπαθή – Τάκη Τσουκαλά!) αλλά από την λεγόμενη «συμπρωτεύουσα», με το πρώτο συνθετικό του οποίου (αδόκιμου) όρου ουδέποτε, ως φαίνεται, συμβιβάστηκαν οι άνθρωποι της πόλης εκείνης. Κουραστήκαμε, λοιπόν, να ακούμε και να διαβάζουμε ιστορίες για «χάρτινα πρωταθλήματα», ειρωνείες για «τρομοκρατημένους παίκτες», και μυθεύματα για «διαπλοκές» της πρωταθλήτριας με την δήθεν αθηνοκεντρική εξουσία. Ακόμα και στην ιστορικότερη αθλητική (και όχι μόνο) εκπομπή της δημόσιας τηλεόρασης, δημοσιογράφοι που σε πολλά θυμίζουν χούλιγκαν έστησαν ένα άτυπο παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων του ΠΑΟΚ, επιτρέποντας την ελεύθερη και άνευ αντιλόγου κατασυκοφάντηση της ΑΕΚ!

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, μερικούς από τους μύθους που διακίνησε (και συνεχίζει να διακινεί) η πλευρά του ΠΑΟΚ προκειμένου να μειώσει τη σημασία του τίτλου που κατέκτησε η ΑΕΚ:

1. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που κρίθηκε στις δικαστικές αίθουσες»

Όπως όλοι γνωρίζουμε (αλλά κάποιοι καμώνονται πως δεν θυμούνται) η ΑΕΚ ουδεμία δικαστική διευθέτηση επεδίωξε και ουδεμία προσφυγή κατέθεσε για οιονδήποτε λόγο. Αντίθετα, σύρθηκε στα αθλητικά δικαστήρια από τον ίδιο τον ΠΑΟΚ, καλούμενη πλέον de facto να υπερασπιστεί το αυτονόητο συμφέρον της και να αναδείξει την ούτως ή άλλως αυταπόδεικτη αλήθεια σχετικά με το επεισοδιακό ντέρμπι της Τούμπας, που δεν τελείωσε ποτέ. Την δικαστική οδό, επομένως, επέλεξαν άλλοι, όχι η ΑΕΚ!

2. Ο μύθος του «πρωταθλήματος που παίζεται μόνο στους αγωνιστικούς χώρους»

Το ποδόσφαιρο παίζεται στα γήπεδα, όχι μόνο στους αγωνιστικούς χώρους. Αλλιώς, οι έννοιες «εντός έδρας» και «εκτός έδρας» θα έχαναν τη σημασία τους (οι αγωνιστικοί χώροι δεν διαφέρουν από γήπεδο σε γήπεδο!). Στο παιχνίδι συμμετέχουν έμμεσα και οι φίλαθλοι. Όχι μόνο με τις ιαχές τους και την ψυχολογική υποστήριξη που προσφέρουν στην ομάδα τους αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά τους, τα θεμιτά όρια της οποίας καθορίζει ο πειθαρχικός κώδικας ποδοσφαίρου, και τις υπερβάσεις των οποίων ορίων τιμωρεί η αθλητική δικαιοσύνη. Ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα έχει, ασφαλώς, η συμπεριφορά των διοικητικών και τεχνικών παραγόντων των ομάδων στη διάρκεια του αγώνα.

Όπως, λοιπόν, ένα αντικανονικό μαρκάρισμα εντός περιοχής μπορεί να κοστίσει μία ήττα σε κάποια ομάδα, το ίδιο μπορεί να κοστίσει και μία αντιαθλητική συμπεριφορά μερίδας φιλάθλων της ή μερικών εκπροσώπων της διοίκησης και του τεχνικού επιτελείου της. Είναι μία κανονική ήττα, όχι μια ήττα «στα χαρτιά», αφού η διακοπή του αγώνα οφείλεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα εντός γηπέδου!

3. Ο μύθος της «πραγματικής βαθμολογίας που αναδεικνύει πρωταθλητή τον ΠΑΟΚ»

Ας δούμε συνοπτικά τα δεδομένα πριν και μετά το διακοπέν παιχνίδι ΠΑΟΚ–ΑΕΚ στο γήπεδο της Τούμπας, το βράδυ της 11ης Μαρτίου 2018. Η ΑΕΚ έχει ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη με έναν «αέρα» +5 βαθμών και γνωρίζοντας ότι θα παίξει μπροστά σε άδειες εξέδρες λόγω τιμωρίας του ΠΑΟΚ για το ματς με τον Ολυμπιακό (το οποίο δεν άρχισε ποτέ για τους γνωστούς λόγους). Μέσα στην άγρια νύχτα, ο αθλητικός δικαστής αποφασίζει να επιστρέψει στον ΠΑΟΚ τους 3 βαθμούς που του είχαν πρωτόδικα αφαιρεθεί, αλλά και να ανοίξει τις θύρες στην Τούμπα.

Η ΑΕΚ, λοιπόν, ξεκινά τελικά το παιχνίδι με πλεονέκτημα +2 βαθμών, χωρίς να έχει ακουστεί η παραμικρή διαμαρτυρία από τη μεριά της. Παίζει καλό ποδόσφαιρο και χάνει σημαντικές ευκαιρίες να προηγηθεί στο σκορ. Ώσπου φτάνουμε στη μοιραία φάση, λίγα λεπτά πριν τη λήξη του παιχνιδιού, όταν ο Βαρέλα σκοράρει για τον ΠΑΟΚ. Βλέποντας το replay της φάσης, ήταν φανερό πως υπήρχε περίπτωση off-side (δεν θα το αναλύσω εδώ). Ο διαιτητής, εν τούτοις, αρχικά κατακυρώνει το τέρμα. Ξαφνικά, ο επόπτης στέλνει σήμα πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν γνωρίζουμε τις ενδοσυνεννοήσεις διαιτητή και επόπτη, αυτό όμως που όλοι είδαμε ήταν τον διαιτητή σαφώς να ακυρώνει το τέρμα και τους παίκτες της ΑΕΚ να πανηγυρίζουν και να κατευθύνονται προς την περιοχή τους για να εκτελέσουν ελεύθερο.

Τη στιγμή εκείνη εισβάλλει οργισμένος στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ, συνοδευόμενος από άνδρες της ασφαλείας του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ήταν οπλισμένος με περίστροφο... Παράλληλα, ο τεχνικός διευθυντής των γηπεδούχων κατευθύνεται προς τον διαιτητή και από τις χειρονομίες του γίνεται φανερό ότι του απευθύνεται απειλητικά.

Ο διαιτητής αποφασίζει, ως οφείλει εκ των κανονισμών, την διακοπή του αγώνα και κατευθύνεται στα αποδυτήρια, ακολουθούμενος από τους ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων. Από τη στιγμή εκείνη και μετά δεν βγήκε ποτέ στον αγωνιστικό χώρο για να σφυρίξει την επανέναρξη του αγώνα, πράγμα που σημαίνει την οριστική διακοπή του παιχνιδιού. Για λόγους άγνωστους σε εμάς, εν τούτοις, στο φύλλο αγώνα αντιστρέφει τη χρονική τάξη των γεγονότων, αναφέροντας ότι πρώτα ακύρωσε το γκολ του Βαρέλα και μετά, σε συνεννόηση με τον επόπτη, αποφάσισε να το θεωρήσει έγκυρο! (Γιατί, άραγε, πανηγύριζαν τότε οι παίκτες της ΑΕΚ, και για ποιο λόγο εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος και ο τεχνικός διευθυντής του ΠΑΟΚ;)

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι για την διακοπή του αγώνα ευθύνεται αποκλειστικά η πλευρά των γηπεδούχων, ήταν φυσική η αφαίρεση βαθμών από τον ΠΑΟΚ και η κατακύρωση του παιχνιδιού υπέρ της ΑΕΚ. Ας κάνουμε, όμως, την μεταφυσική υπόθεση ότι ούτε βαθμοί είχαν αφαιρεθεί από τον ΠΑΟΚ, ούτε η ΑΕΚ είχε πάρει «στα χαρτιά» (όπως αρέσκονται κάποιοι να λένε) το παιχνίδι. Αυτό σημαίνει ότι, μετά την Τούμπα, η ΑΕΚ θα είχε απλά διατηρήσει το πλεονέκτημα των +2 βαθμών που είχε από τον ΠΑΟΚ. Στα παιχνίδια που απέμειναν ως τη λήξη του πρωταθλήματος, ο ΠΑΟΚ έκανε μόνο νίκες ενώ η ΑΕΚ έχασε 2 βαθμούς σε ένα παιχνίδι – αγγαρεία στην Κέρκυρα. Έτσι, με βάση την μεταφυσική μας βαθμολογία, ΑΕΚ και ΠΑΟΚ θα τελείωναν το πρωτάθλημα με τους ίδιους βαθμούς. Αλλά, υπάρχει μία λεπτομέρεια: η ΑΕΚ είχε πλεονέκτημα στην ισοβαθμία λόγω της νίκης της επί του ΠΑΟΚ στον πρώτο γύρο. Άρα, ακόμα και αν ο ΠΑΟΚ γλίτωνε τις συνέπειες για τη διακοπή του αγώνα της Τούμπας (πράγμα, φυσικά, αδύνατο) το πρωτάθλημα θα πήγαινε και πάλι στην ΑΕΚ!

Καλοί οι μύθοι, λοιπόν, στο βαθμό που απευθύνονται μόνο σε αφελείς και σε τυφλά φανατισμένους. Και, αν κρίνουμε από τους (συχνά αήθεις) σχολιασμούς που διαβάσαμε στα αθλητικά sites και τα social media, οι κατηγορίες αυτές ευδοκιμούν, δυστυχώς, σε αυτή τη χώρα. Στην εξάλειψη (ή έστω την άμβλυνση) του φαινομένου ελάχιστα συμβάλλει από τη μεριά της η αθλητική (διάβαζε: οπαδική) δημοσιογραφία. Που, αντί να ωθεί τους ανεγκέφαλους να ανέβουν επίπεδο, πέφτει συχνά στο θλιβερό δικό τους...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Ας χαλαρώσουμε λίγο με τον Γιάννη!


Θα μπορούσε να είναι υπόθεση παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Κώστα Χατζηχρήστο:

Ο Θύμιος είναι ένας νέος που ζει σε ένα μικρό χωριό που δεν το πιάνει ο χάρτης (ας το ονομάσουμε, στην τύχη, «Θυμαριά» – καμία σχέση με ομώνυμες υπαρκτές τοποθεσίες). Από μικρός έδειξε πως έχει ταλέντο στη μπάλα. Έμαθε να παίζει κλωτσώντας φτηνά τόπια στις αλάνες και τα χωράφια, και έχει γίνει τώρα πια ο «σταρ» της τοπικής ερασιτεχνικής ποδοσφαιρικής ομάδας.

Κάποια μέρα, ένας ανιχνευτής ποδοσφαιρικών ταλέντων περνάει από το χωριό και ακούει για τον Θύμιο. Διαπιστώνει το ταλέντο του και – για να μην μακρηγορώ και κουράζω με λεπτομέρειες – τον παίρνει μαζί του στην Αθήνα όπου, σε λίγο καιρό, ο νεαρός βρίσκεται με δελτίο επαγγελματία ποδοσφαιριστή στην ΑΕΚ (παρεμπιπτόντως, ομάδα που αγαπούσε ο Κώστας Χατζηχρήστος). Σύντομα ξεχωρίζει με το ταλέντο του και βρίσκεται, πλέον, να βγάζει πολλά χρήματα από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Σε λίγο, ολόκληρη η οικογένειά του μετακομίζει από τη Θυμαριά στην Αθήνα.

Πίσω στη Θυμαριά, κάθε γκολ του Θύμιου γίνεται αφορμή να στηθούν γιορτές και πανηγύρια! Σε κάθε βάφτιση αρσενικού παιδιού, ο παπάς του χωριού δίνει στο τέλος την ευχή «να γίνει σπουδαίος σαν τον Θύμιο», ενώ οι μανάδες των ανύπαντρων κοριτσιών ονειρεύονται να τον κάνουν μια μέρα γαμπρό τους.

Η αγάπη του χωριού για τον Θύμιο δεν μετριάζεται ούτε όταν εκείνος αρνείται – με μάλλον άκομψο τρόπο – να βοηθήσει την τοπική ομάδα παίζοντας με αυτήν σε ένα-δύο κρίσιμα παιχνίδια για το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Επικαλείται το συμβόλαιό του με την ΑΕΚ, το οποίο δεν του επιτρέπει συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες εκτός συλλόγου. Είναι άλλωστε και ένας «μικρο-τραυματισμός» που τον ταλαιπωρεί αυτή την εποχή...

Ας βάλουμε, τώρα, το φανταστικό μας σενάριο σε μεγεθυντικό φακό κι ας μεγαλώσουμε τη Θυμαριά ώστε να γίνει ολόκληρη χώρα – π.χ., Ελλάδα. Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι ο Έλληνας παικταράς «Θύμιος» στην πραγματικότητα λέγεται Γιάννης και παίζει μπάσκετ, ενώ στη θέση της ΑΕΚ, ομάδας της κοντινής μας Αθήνας, ας τοποθετήσουμε έναν μεγάλο μπασκετικό σύλλογο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Ο Γιάννης, λοιπόν, διαπρέπει (και πλουτίζει) στην Αμερική, πράγμα που όλοι εμείς πίσω στην Ελλάδα θεωρούμε ως λόγο εθνικής υπερηφάνειας. Τα «καρφώματα» του Γιάννη στο καλάθι προκαλούν παροξυσμούς εθνικού μεγαλείου στα media, ενώ στην εθνική φαντασία τα στατιστικά του προσθέτουν πόντους στο ανάστημα της χώρας ολόκληρης. Και κάθε φωτογράφισή του για τα ξένα περιοδικά φαντάζει σ’ εμάς σαν να φωτογραφίζεται ο ίδιος ο Παρθενώνας!

Παράλληλα, όμως, οι δεσμοί του Γιάννη με την Ελλάδα γίνονται ολοένα και πιο χαλαροί. Ιδίως εκεί που η Ελλάδα τον χρειάζεται περισσότερο: στην αγωνιστική ενίσχυση της εθνικής της ομάδας (είναι κι εκείνο το ανελαστικό συμβόλαιο με τους παλιο-Αμερικάνους, που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αγάπη για άλλες πατρίδες...). Χαρακτηριστική είναι η αμήχανα διπλωματική – πλην απόλυτα παρεμφατική για όσους θέλουν να καταλάβουν – απάντησή του, σε συνέντευξη που έδωσε σε ξένη εφημερίδα, στο ερώτημα για το πώς βλέπει το μέλλον του στην εθνική ομάδα της Ελλάδας:

«Θέλω να είμαι στην Εθνική, αλλά πρέπει να έχω στο μυαλό μου και τις προσδοκίες που υπάρχουν στις ΗΠΑ. Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι άλλα πράγματα, αλλά σίγουρα δεν έχω πρόθεση να απουσιάσω.»

Βέβαια, τα ελληνικά media μίλησαν για μια υποτιθέμενη εμφατική δήλωσή του, σύμφωνα με την οποία θα ήθελε μελλοντικά (σε κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή, προσθέτω εγώ) να βρεθεί και πάλι κοντά στην «Επίσημη Αγαπημένη». Των Ελλήνων φιλάθλων, εννοείται...

Το καταθέτω ως προσωπική θέση, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα κάνω γι’ αυτό μόνο εχθρούς: Με ενοχλεί αφάνταστα η μικρο-επαρχιώτικη τάση μας να θεωρούμε εθνική υπόθεση τις επιτυχίες ενός Έλληνα επαγγελματία αθλητή στο εξωτερικό. Ο Γιάννης δεν πήγε στην Αμερική για να δοξάσει την Ελλάδα, πήγε για να αξιοποιήσει προς δικό του όφελος το τεράστιο ταλέντο του. Και, ας μην κρυβόμαστε, θα αδικούσε πολύ τον εαυτό του αν έμενε εδώ, ακόμα κι αν έπαιζε στους κορυφαίους ελληνικούς συλλόγους!

Χαίρομαι αληθινά που ένας Έλληνας αθλητής κάνει μεγάλη καριέρα εκτός συνόρων, αλλά έως εκεί. Δεν τον αντιμετωπίζω ως εθνικό ήρωα, δεν αισθάνομαι ότι του χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα κατάφερε, κι ούτε προσμετρώ τα επιτεύγματά του στους λόγους που θα μπορούσαν να με κάνουν περισσότερο εθνικά υπερήφανο.

Θα με κάνει αληθινά υπερήφανο, εν τούτοις, αν κάποια μέρα οδηγήσει με το μοναδικό ταλέντο του την εθνική ομάδα μπάσκετ της χώρας μου σε μια μεγάλη διεθνή επιτυχία. Ως τότε, όμως, ας χαλαρώσουμε λιγάκι με τον Γιάννη. Στο κάτω-κάτω, όπως και να το δούμε, η Ελλάδα δεν είναι «Θυμαριά»!

Aixmi.gr

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ας γίνει, τελικά, η δημόσια τηλεόραση συνδρομητική!

Η τηλεόραση της ΕΡΤ υποτίθεται πως είναι κοινωνικό αγαθό (όχι απλά κρατικό, πολλώ δε μάλλον κομματικό). Ως τέτοιο, οφείλει να απευθύνεται σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, προσφέροντας σε αυτήν έγκυρη και αμερόληπτη ενημέρωση. Αντ’ αυτής – όπως καλά γνωρίζουν και οι πέτρες σ’ αυτή τη χώρα – η δημόσια τηλεόραση είναι διαχρονικό φερέφωνο της (εκάστοτε) εξουσίας και κέντρο κομματικής προπαγάνδας προς όφελος της (όποιας) κυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, η ΕΡΤ συντηρείται με χρήματα που καταβάλλουν υποχρεωτικά όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, ακόμα κι εκείνοι που αισθάνονται ότι το συγκεκριμένο μέσο ενίοτε προσβάλλει βάναυσα τη νοημοσύνη τους!

Θα περίμενε κάποιος ότι σε θέματα, τουλάχιστον, που δεν άπτονται ευθέως της πολιτικής, η ΕΡΤ θα μπορούσε να επιδεικνύει κάποιο βαθμό αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Βέβαια, το «ευθέως» είναι σχετικό, αφού τα πάντα, τελικά, διαπλέκονται υπόγεια με την πολιτική και την επηρεάζουν. Εσχάτως, λοιπόν, στο κάδρο της διαπλοκής αυτής φαίνεται πως μπήκε και το ποδόσφαιρο. Διάχυτη είναι η εντύπωση στη φίλαθλη κοινή γνώμη ότι, ίσως λόγω των «φιλικών» σχέσεων της κυβέρνησης με ιδιοκτήτη μεγάλης ΠΑΕ, μία από τις ιστορικότερες αθλητικές (και όχι μόνο) εκπομπές της τηλεόρασης τείνει εν μέρει να θυμίζει παράρτημα του γραφείου δημοσίων σχέσεων της εν λόγω ΠΑΕ, προβάλλοντας κατά κόρον τα υποτιθέμενα «δίκια» της και επιχειρώντας εμφανώς να επηρεάσει ακόμα και εκκρεμούσες δικαστικές αποφάσεις...

Γενικά μιλώντας, ιδανική λύση για τα προβλήματα που προαναφέραμε θα ήταν η διαμόρφωση ενός αυστηρού θεσμικού πλαισίου που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Επειδή, όμως, γνωρίζουμε πολύ καλά σε ποια χώρα κατοικούμε, η μόνη αντικειμενικά εφικτή, αλλά και δίκαιη προς τους πολίτες, λύση είναι η μετατροπή της δημόσιας τηλεόρασης σε συνδρομητική. Αυτό θα πρόσφερε στον κάθε πολίτη την διακριτική ευχέρεια της επιλογής για το αν θα χρηματοδοτεί ή όχι από το υστέρημά του την ΕΡΤ.

Αυτονόητα, οι αρνούμενοι την ένταξη στο αποκλειστικά συνδρομητικό πλαίσιο θα στερούνται το προνόμιο να μπορούν να βλέπουν το τηλεοπτικό πρόγραμμα της ΕΡΤ. Και, για να μην εκληφθεί αυτό ως φθηνός σαρκασμός, σπεύδω να επισημάνω ότι, εξαιρουμένης της πολιτικά μονόπλευρης και ελάχιστα αντικειμενικής ενημέρωσης που προσφέρει, η δημόσια τηλεόραση είναι το μόνο τηλεοπτικό μέσο όπου μπορεί κάποιος να δει ποιοτικές εκπομπές. Γιατί, κοιτώντας πιο πέρα, χορταίνει καθημερινά το μάτι από τηλε-σκουπίδια...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Τα ανθρώπινα «αναλώσιμα» του πολέμου...


Σε ένα παλιό ντοκιμαντέρ του BBC ακούγεται μία από τις πιο εύστοχες επισημάνσεις – και πιο μεγάλες αλήθειες – σχετικά με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο:

«Μετά την κατάταξή τους στους νέους μαζικούς στρατούς, (οι άνθρωποι) μετατρέπονται σε απλούς αριθμούς, σε έναν πόλεμο αριθμών.»

Ίσως η σύγκριση να είναι αδόκιμη, ακόμα κι ανόσια, όμως δύσκολα αποφεύγουμε τη σκέψη πως το ίδιο ακριβώς συνέβαινε κατά την είσοδο των κρατουμένων στο Άουσβιτς! Το είχαμε, άλλωστε, υπαινιχθεί στο (ενδεχομένως αιρετικό) ξεκίνημα του σχετικού άρθρου μας για τους «ενόχους» του Μεγάλου Πολέμου [1].

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις ήταν μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο με κάποιο φίλο. Φαινόταν προβληματισμένος και έφερε εμφανώς τα σημάδια της στενοχώριας:

– Είδες τι έγινε με το μιράζ που έπεσε στο Αιγαίο; Τι τραγικό πάλι αυτό που συνέβη!

Απάντησα πως ήταν πράγματι μια τραγωδία η απώλεια ενός τόσο νέου ανθρώπου την ώρα του καθήκοντος, ιδίως για την οικογένεια του ήρωα πιλότου.

– Δεν είναι μόνο ο πιλότος. Εγώ σκέφτομαι το αεροπλάνο και τα χρήματα που θα πρέπει να ξοδέψουμε για να το αντικαταστήσουμε!

Αλήθεια, πώς δεν το είχα σκεφτεί; Δεν είναι να χάνεις έτσι πολεμικά αεροπλάνα σε καιρούς οικονομικής κρίσης! Όσο για το ανθρώπινο δυναμικό, αυτό είναι ούτως ή άλλως αναλώσιμο...

Μια ανάλογη τοποθέτηση είχα ακούσει πριν πολλά χρόνια από απόστρατο ανώτατο αξιωματικό του Ναυτικού, ο οποίος με κυνικό πραγματισμό μού είχε ομολογήσει πως, σε καιρό πολέμου, το πιο σημαντικό είναι να μη χάσεις καράβια. Τα πληρώματα μπορούν πάντα να αντικατασταθούν.

Η ζωή του στρατιώτη, λοιπόν, είναι φθηνή. Το ίδιο όπως και η ζωή τού – επίσης υποαμειβόμενου – αστυνομικού, τον οποίο μπορεί κάποιος χωρίς ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες να μετατρέπει κατά βούληση σε στόχο για εξάσκηση ρίψεων εύφλεκτων υλικών κατά ανθρωπίνων στόχων.

Αν, τώρα, τολμήσεις να αρθρώσεις το αφελές επιχείρημα, «μα, δίνουν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι και ασφαλείς», θα ακούσεις μια καλά πληρωμένη απάντηση:

– Ε, στο κάτω-κάτω, γι’ αυτό πληρώνονται!

Δεν θα κουράσω περισσότερο σήμερα...

[1] Κ. Παπαχρήστου, «Αναζητώντας ενόχους στον Μεγάλο Πόλεμο», Aixmi.gr, 24-4-2014 (http://www.aixmi.gr/index.php/anazhtwntenoxmegalpola/)

Aixmi.gr

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Εξισωτισμός ή φιλελευθερισμός; Ένα όχι ρητορικό ερώτημα

Σε μια ιδανική κοινωνία απόλυτα συνειδητοποιημένων ανθρώπων, μία πολιτική σύγκρουση θα ήταν πρωτίστως σύγκρουση ιδεολογιών. Σε μια πραγματική κοινωνία, όμως, είναι σχεδόν αποκλειστικά σύγκρουση συμφερόντων. Γνωρίζω, για παράδειγμα, μια χώρα όπου ο λαός έφερε στην εξουσία ένα κόμμα που υποσχέθηκε διάφορα ανέφικτα πράγματα (π.χ., ότι θα καταργούσε κάποιον επαχθή φόρο ακίνητης περιουσίας) και είναι τώρα έτοιμος να φέρει στην εξουσία ένα άλλο κόμμα επειδή το προηγούμενο δεν τήρησε τις ανεδαφικές υποσχέσεις του. Και ο διαχρονικός φαύλος κύκλος προσδοκιών και απογοητεύσεων καλά κρατεί στη χώρα εκείνη...

Σε ό,τι αφορά το παραπάνω παράδειγμα, ενδεικτικό της πολιτικής ιδιοτέλειας και της έλλειψης ιδεολογικών κινήτρων του λαού είναι το γεγονός ότι τα δύο κόμματα, που αποτελούν τους κατά περίσταση εκλεκτούς του, αντιπροσωπεύουν επισήμως (με βάση, δηλαδή, τις καταστατικές θέσεις τους) εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές φιλοσοφίες, και οι πολιτικές και κοινωνικές τους προτεραιότητες βρίσκονται οι μεν στον αντίποδα των δε. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, η ιδεολογική διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα θα μπορούσε συμβολικά να παρασταθεί με το δίπολο «εξισωτισμός – φιλελευθερισμός». Αν η ιδεολογία έπαιζε καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές επιλογές του λαού, η ιδεολογική ένταξη στο ένα ή το άλλο πολιτικό δόγμα θα ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Όχι τόσο (ή, αν προτιμάτε, όχι μόνο) λόγω των πλεονεκτημάτων του κάθε δόγματος αλλά (και) λόγω των εγγενών αδυναμιών που το καθένα φέρει. Ας τα δούμε αυτά επιγραμματικά:

Στον εξισωτισμό (όρο που θα χρησιμοποιήσουμε εδώ, έστω και αν δεν κριθεί απολύτως δόκιμος) προτεραιότητα έχει η ισότητα, την οποία η πολιτεία οφείλει να επιβάλλει. Αντίθετα, στον φιλελευθερισμό προέχει η ελευθερία, την οποία η πολιτεία οφείλει να προστατεύει. Ο εξισωτισμός δίνει έμφαση στο «οφείλω», ενώ ο φιλελευθερισμός στο «δύναμαι». Ως συνέπεια των παραπάνω, ο εξισωτισμός αντιμάχεται την αριστεία προς χάριν της ισότητας, ενώ ο φιλελευθερισμός επιτρέπει την ανισότητα προς χάριν της αριστείας.

Ο εξισωτισμός δίνει προτεραιότητα στην κοινωνία έναντι του ατόμου. Σε ακραίες περιπτώσεις, οδηγεί στην κατάργηση της ατομικότητας και, τελικά, στην κοινωνική ισοπέδωση. Αντίθετα, ο φιλελευθερισμός δίνει προτεραιότητα στο άτομο έναντι της κοινωνίας και, στην ακραία εκδοχή του, οδηγεί στον ατομικισμό και την περιφρόνηση προς τις αξίες του ανθρωπισμού.

Στον εξισωτισμό, η κοινωνική αλληλεγγύη επιβάλλεται από το σύστημα αντί να επαφίεται στην ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται, ειδικά, την δημιουργία ενός εκτεταμένου κράτους πρόνοιας το οποίο συντηρείται από τις χορηγίες των «εχόντων». Ο φιλελευθερισμός, από την άλλη μεριά, θεωρεί την αλληλεγγύη ως δευτερεύουσα αξία σε σύγκριση με τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Έτσι, περιφρονεί το κράτος πρόνοιας και αντιμάχεται κάθε τι που θα μπορούσε να το ενισχύσει.

Ο εξισωτισμός υιοθετεί μία στενά ηθικιστική προσέγγιση στα ζητήματα της κοινωνίας, χάνοντας συχνά επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. (Χτυπητό παράδειγμα είναι το αίτημα που συχνά ακούγεται για την ουσιαστική κατάργηση των συνόρων, αφού «όλοι άνθρωποι της Γης είμαστε».) Υποκαθιστά την εξατομικευμένη αίσθηση του ηθικού με μια οικουμενική ηθική όπου προεξάρχει το προκαθορισμένο χρέος απέναντι στην ομάδα.

Ο φιλελευθερισμός αδιαφορεί, κατά βάση, για τα ζητήματα της ηθικής, θεωρώντας ως «ανήθικο» κυρίως ό,τι καταργεί την ελευθερία (δεδομένων, ασφαλώς, κάποιων αυτονόητων περιορισμών της που επιβάλλεται να υπάρχουν σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία). Εδώ η ανθρώπινη συνείδηση μικρή σημασία έχει σε σύγκριση με την ανθρώπινη δυνατότητα (η πρώτη, μάλιστα, συχνά θεωρείται ότι υπονομεύει και περιορίζει την δεύτερη). Ο ανταγωνισμός, ακόμα και στις ακραίες εκδοχές του, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται ως το μοναδικό κριτήριο δικαιώματος στην επιβίωση.

Τέλος, στην μη-κατονομαζόμενη χώρα του εναρκτήριου παραδείγματός μας το κυβερνών κόμμα, που αντιπροσωπεύει τον εξισωτισμό, καταφεύγει συχνά σε διχαστικές λαϊκιστικές ρητορείες για να κερδίσει τη συμπάθεια και υποστήριξη των μη προνομιούχων της κοινωνίας, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί μια νέα τάξη προνομιούχων παρατρεχάμενων του συστήματος. Από την άλλη, το μείζον αντιπολιτευόμενο κόμμα, που ασπάζεται τον φιλελευθερισμό, αντιμάχεται επιφανειακά τον λαϊκισμό, ακολουθώντας όμως ταυτόχρονα μία εξ ίσου διχαστική τακτική που έχει σαν αποτέλεσμα να στρέψει μία κοινωνική τάξη (ειδικά, τους δραστηριοποιούμενους στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας) εναντίον μιας άλλης (τους εργαζόμενους στο δημόσιο, τους οποίους συλλήβδην δαιμονοποιεί, δυσφημίζει και ουσιαστικά καθυβρίζει με τον πολιτικά απαράδεκτο χαρακτηρισμό «πελάτες»).

Οι εμφανείς αδυναμίες των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών δογμάτων δύσκολα θα ευνοούσαν την εμφάνιση φανατικών οπαδών της κάθε πλευράς, σε μια κοινωνία αποτελούμενη από ακραιφνείς ιδεολόγους με ανοιχτή σκέψη. Αντίθετα, θα κυριαρχούσε ο βαθύς προβληματισμός και η αδιάκοπη αναζήτηση μιας συμβιβαστικής γραμμής μέσα από την υπέρβαση και τη δημιουργική σύνθεση.

Μια κοινωνία όπως αυτή του παραδείγματός μας, όμως, δεν απαρτίζεται από σκεπτόμενους ιδεολόγους αλλά από πραγματικούς ανθρώπους με πραγματικές αδυναμίες και ιδιοτέλειες. Ένας τέτοιος λαός εύκολα πέφτει θύμα των διχαστικών μεθοδεύσεων των κομμάτων εξουσίας, την οποία εξουσία τα κόμματα αυτά αλληλοδιαδόχως κατέχουν με βάση το κατ’ ουσίαν δικομματικό σύστημα της χώρας.

Η πολιτική ωρίμανση της χώρας εκείνης, λοιπόν, δεν θα έρθει ποτέ από το πολιτικό της σύστημα αλλά θα προκύψει από τη βούληση του ίδιου του λαού, στο βαθμό που αυτός θα κατορθώσει να υπερβεί τις κοντόφθαλμες ιδιοτέλειές του και να αποφύγει τις διχαστικές παγίδες που του στήνουν, διαχρονικά, τα κόμματα εξουσίας.

Στο πεδίο της ιδεολογίας, κανένα πολιτικό δόγμα δεν μπορεί, όπως είδαμε, να διεκδικεί το απολύτως αλάθητο και το οικουμενικά αποδεκτό. Το ερώτημα είναι, φυσικά, αν μια ιδεολογική σύνθεση είναι εφικτή, τόσο στη θεωρία όσο και στην άσκηση πραγματικής πολιτικής. Αυτό έχει ήδη απαντηθεί στην πράξη – άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι – σε διάφορες χώρες και ιστορικές περιόδους, και δεν θα επιχειρήσουμε εδώ να το αναλύσουμε.

Αυτό που πρέπει, όμως, να συγκρατήσουμε είναι ότι μία μη-δογματική (θα λέγαμε, μια υγιής) ιδεολογία φέρει μέσα της το σπόρο της αμφιβολίας. Γιατί, όπως δίδαξε ο μεγαλύτερος Έλληνας φιλόσοφος και δάσκαλος, η γνώση κατακτάται μέσα από την διαρκή (αυτο-)αμφισβήτηση. Εκείνος το απέδειξε έμπρακτα: Έλεγε πάντα πως το μόνο που γνώριζε ήταν ότι δεν γνώριζε τίποτα!

* Ευχαριστώ τον ποιητή Θανάση Βαβλίδα για μια πολύ χρήσιμη συζήτηση.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ανθρωπισμός και συμφιλίωση στο "Σπίτι δίπλα στη θάλασσα"


Ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν μάς είχε γοητεύσει πριν λίγα χρόνια με το μαγευτικό φιλμ "Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο". Έτσι, πήγαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και εύλογες προσδοκίες να δούμε "Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα" (La Villa, Γαλλία 2017).

Η υπόθεση είναι απλή, με κάποιες - συνειδητές ή όχι - αναφορές στον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχοφ. Τρία αδέλφια - δύο άντρες και μία γυναίκα, αποξενωμένα από χρόνια, ξανασυναντούνται στο πατρικό σπίτι σε μία πανέμορφη παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στη Μασσαλία, με αφορμή την σοβαρή ασθένεια του πατέρα τους. Ο καθένας τους έχει να παλέψει με τους δικούς του δαίμονες από το παρελθόν, που χρόνια τον στοιχειώνουν υπόγεια και τώρα ξυπνούν ξανά. Όμως, η ανθρωπιά που κρύβουν μέσα τους έρχεται, τελικά, να θεραπεύσει τις πληγές...

Παρά τις αδυναμίες της (θα τις αναφέρουμε πιο κάτω) σε σύγκριση, τουλάχιστον, με το αριστουργηματικό "Κιλιμάντζαρο", η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής φιλοσοφίας του Γκεντιγκιάν, στην οποία ο σκηνοθέτης μένει πιστός και, από την άποψη αυτή, είναι απόλυτα συνεπής με το προσωπικό του ύφος. Στα μάτια του θεατή ξετυλίγεται και πάλι μια καθαρτήρια, λυτρωτική διαδρομή από την άρνηση στην κατάφαση, από την πικρία στη συμφιλίωση, από το σκοτάδι στο φως, κι ακόμα - γιατί όχι; - από τον θάνατο στη ζωή! Παράλληλα, μέσα από την υπαρξιακή αυτή πορεία αναδεικνύεται η ωραιότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Έτσι, σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική προσέγγιση του Γκεντιγκιάν, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε λέξη προς λέξη τα περισσότερα από εκείνα που είχαμε γράψει στις 22-3-2012 στο "Βήμα", στην κριτική μας τοποθέτηση πάνω στα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" (αφαιρώ τις λίγες φράσεις που αναφέρονται σε εκείνη ειδικά την ταινία):

--------------------------------

Το ερώτημα είναι απλό και απέχει πολύ απ’ το να είναι ρητορικό: Η Τέχνη μιμείται τη ζωή, ή η ζωή την Τέχνη; Οι οπαδοί του ρεαλισμού θα επιλέξουν ανεπιφύλακτα την πρώτη εκδοχή: η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες, τις οποίες οφείλει να αποτυπώνει χωρίς τεχνητές ωραιοποιήσεις η Τέχνη (είναι μάλιστα θεμιτό ακόμα και να υπερθεματίζει μέχρις υπερβολής στην καταγραφή τους, αν αυτό υπηρετεί καλύτερα τους στόχους της).

Συχνά, τα όρια ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον πεσιμισμό είναι δυσδιάκριτα για τον δημιουργό του έργου Τέχνης. Ειδικά στον κινηματογράφο, ο θεατής πρέπει να φύγει από την αίθουσα με σκοτεινές σκέψεις και αισθήματα ματαιότητας και αρνητικής ψυχικής φόρτισης. Το happy ending είναι ταμπού, και το θετικό μήνυμα δυσεύρετο (αφού η ίδια η ζωή δεν το εμπεριέχει). Από το σύμπλεγμα αυτό δεν ξέφυγε ούτε μια κατά τα άλλα αξιόλογη Ελληνική ταινία, που όμως δύσκολα θα την κατέτασσε κανείς καταρχήν στη σχολή του ρεαλισμού: η "Πολίτικη Κουζίνα"!

Στον αντίποδα του ρεαλισμού ορθώνεται ο ιδεαλισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που επιφυλάσσει στην Τέχνη έναν ευγενέστερο και πιο φιλόδοξο ρόλο: να δημιουργεί υψηλά πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, προσφέροντας παράλληλα και τα ψυχολογικά, ιδεολογικά κι αισθητικά κίνητρα στον άνθρωπο ώστε να υπερβεί τις εγγενείς αδυναμίες της φύσης του και να προσεγγίσει τα πρότυπα αυτά.

Η εξαιρετική ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (...) ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δύο αυτές, αντίθετες φιλοσοφικές τάσεις. Από τη μία, οι σκληρές πραγματικότητες της εποχής (...) Από την άλλη – και αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύει προοδευτικά η ταινία ως την καθαρτήρια κατάληξή της – παρελαύνουν από τα μάτια του θεατή σκηνές απίστευτης ομορφιάς όπου θριαμβεύει η φιλία, η ανθρωπιά, η συγχώρεση, η αλληλεγγύη (...). Μα, πάνω απ’ όλα, η αγάπη, ο έρωτας και η σύμπνοια που κρατούν ζωντανό ένα γάμο μέσα στο χρόνο κι ενάντια στις δοκιμασίες της ζωής!

Φύγαμε από τον κινηματογράφο γεμάτοι από αισθήματα που αναπλάθουν την ψυχή, και σκέψεις που θέτουν σε εγρήγορση την συνειδητότητα. Αφήνοντας οριστικά πίσω μας τις οδυνηρές μνήμες νοσηρών ταινιών του Χάνεκε, ή ακόμα νοσηρότερων δημιουργιών των αδελφών Κοέν...

--------------------------------

Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό προβληματισμό τού Γκεντιγκιάν στη νέα ταινία, το κέντρο βάρους έχει τώρα μετατοπιστεί από τη διάψευση, κυρίως, των οραμάτων της Αριστεράς μέσα σε έναν αναδυόμενο, ακραία νεοφιλελεύθερο κόσμο, στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Δυτικός κόσμος μπροστά στην έκρηξη του μεταναστευτικού προβλήματος (με κάποιες επιφανειακές αναφορές και στο ζήτημα του ρατσισμού). Εν τούτοις, όπως αναφέραμε στην αρχή, από την ταινία δεν λείπουν και κάποια αδύνατα σημεία. Η αφήγηση στο πρώτο μέρος είναι κατά κύριο λόγο διαλογική (θα λέγαμε, δίνει την εντύπωση θεατρικής παράστασης σε φυσικό, εξωτερικό χώρο) και η υπόθεση "σέρνεται", με αποτέλεσμα να κουράζει κάπως τον θεατή (ο οποίος, πάντως, αποζημιώνεται γενναιόδωρα στη συνέχεια!). Επίσης, το σενάριο αφήνει μια αίσθηση τεχνητής "συγκόλλησης" καταστάσεων που είναι σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες μεταξύ τους και δύσκολα μπορεί να δει κανείς με ποιον τρόπο αλληλο-επηρεάζονται.

Αυτό που μένει, όμως, στο τέλος είναι το θετικό μήνυμα πως αξίζει τον κόπο να αλλάξουμε τη ζωή μας προκειμένου να φέρουμε στο φως την ανθρώπινη πλευρά που ίσως αγνοούμε πως κρύβεται μέσα μας. Φυσικά, μια τέτοια ιδεαλιστική προσέγγιση στην Τέχνη δεν εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργών, των κριτικών, αλλά και του ίδιου του κοινού. (Από πολύ κοντινό μου πρόσωπο άκουσα πριν χρόνια την σαρκαστική προτροπή "να πάω καλύτερα να δω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους", όταν εξέφρασα την απογοήτευσή μου για την σεναριακή τροπή στο τέλος της "Πολίτικης Κουζίνας"!) Όμως, το καλό με την Τέχνη είναι πως τίποτα δεν είναι οικουμενικό κι απόλυτο, αφού η αίσθηση του ωραίου είναι, εν τέλει, ζήτημα καθαρά υποκειμενικό. Έτσι, κατά το κοινώς λεγόμενο, "σ' όποιον αρέσει"! Στο κοντινό μου πρόσωπο, πάντως, και η νέα αυτή ταινία του Γκεντιγκιάν άρεσε πολύ...

Aixmi.gr

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Η διαδικτυακή πίσω από τη γηπεδική αλητεία στην ΑΕΚ


Ακούμε και διαβάζουμε συχνά για την αλητεία των χούλιγκαν που έδιωξαν τις οικογένειες από τα γήπεδα. Κουνάμε το κεφάλι με αποτροπιασμό κάθε φορά που μαθαίνουμε για ένα καινούργιο φαινόμενο βίας στους αθλητικούς χώρους. Και αντιμετωπίζουμε τους κάφρους του ποδοσφαίρου περίπου σαν μυστηριώδεις, ανώνυμους εξωγήινους που έρχονται από το πουθενά για να βιαιοπραγήσουν και να καταστρέψουν, και χάνονται πάλι στο πουθενά ως το επόμενο ντέρμπι...

Όσο για εμάς τους οπαδούς αλλά «αληθινούς φιλάθλους», που η βία των ανθρωποειδών μάς απομάκρυνε κάποια στιγμή από τα γήπεδα, βολευόμαστε διαβάζοντας τα νέα της ομάδας μας στα αντίστοιχα οπαδικά sites του Διαδικτύου. Ξεχνώντας – ή και μη γνωρίζοντας ίσως – ότι πολλά από αυτά (ευτυχώς όχι όλα) τα έστησαν και τα διευθύνουν άνθρωποι που βγάζουν το ψωμί τους καλλιεργώντας τον οπαδικό φανατισμό και συντηρώντας και διοχετεύοντας το οπαδικό μίσος!

Αν θέλουμε αληθινά, όχι προσχηματικά, να εξαλείψουμε τη βία από τα γήπεδα, θα πρέπει να αναζητήσουμε τους «πνευματικούς» καθοδηγητές πίσω από τους ανεγκέφαλους αλήτες. Ανθρώπους που κυριολεκτικά έχτισαν καριέρες αξιοποιώντας τα ταπεινότερα και ευτελέστερα ένστικτα του οπαδού – πελάτη. Πολλοί από αυτούς είναι «έγκριτοι» εκπρόσωποι της αθλητικής δημοσιογραφίας...

Κάποτε, στις εποχές του ρομαντισμού του, το ποδόσφαιρο ήταν άθλημα. Τότε που πήγαιναν ακόμα οικογένειες στα γήπεδα και οι φίλαθλοι κάθονταν ανάκατα, ανεξάρτητα από τις οπαδικές προτιμήσεις του καθενός. Τότε που η «Αθλητική Ηχώ» πανηγύριζε για μια διεθνή επιτυχία του Ολυμπιακού, ενώ ανάλογη ήταν η χαρά στο «Φως των Σπορ» για μια διεθνή επιτυχία του Παναθηναϊκού. Εμείς οι Αεκτζήδες δεν είχαμε δική μας εφημερίδα, αν εξαιρέσω τον ιστορικό βδομαδιάτικο «Δικέφαλο». Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι δύο μεγάλοι μας αντίπαλοι ήταν πάντα για εμάς ελληνικές ομάδες. (Ήμουν στη «Λεωφόρο» όταν ο ΠΑΟ έπαιζε με την Έβερτον και τον Ερυθρό Αστέρα, καθ’ οδόν προς το Γουέμπλεϊ... Ήμουν στο «Καραϊσκάκη» το άτυχο βράδυ του Ολυμπιακού με την Δυναμό Μόσχας, κι ας έπαιζε η ΑΕΚ την ίδια ώρα στο Σαν Σίρο με την Ίντερ. Κι όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν πως η ΑΕΚ είχε προηγηθεί στο σκορ, όλο το γήπεδο πανηγύριζε!)

Από τότε πέρασαν πολλοί καιροί. Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό, και η αγάπη (και) για τη φανέλα έγινε εξ ολοκλήρου αγάπη για το χρήμα. Σιγά-σιγά και ύπουλα, το ποδόσφαιρο από άθλημα έγινε τζόγος, ενώ το αθλητικό ήθος – για όσους τολμούν να το επικαλεστούν – κατάντησε παλαιομοδίτικο βίτσιο για «κορόιδα». Η σήψη μπήκε για τα καλά στο χώρο και, όπως λέει κι ο Μαυρογιαλούρος στο τέλος της ταινίας, όπου υπάρχει σήψη εμφανίζονται σκουλήκια!

Οι παλιοί Αεκτζήδες, πάντως, ήταν περήφανοι για το ήθος που αντιπροσώπευε η ΑΕΚ. Το έφεραν μαζί, στις προσφυγικές αποσκευές τους, εκείνοι που ίδρυσαν τον σύλλογο. Τι έχει απομείνει, όμως, από το ήθος αυτό στην εποχή του απόλυτου επαγγελματισμού, του τζόγου και του ανεξέλεγκτου Διαδικτύου; Ας δούμε ένα πρόσφατο παράδειγμα που ίσως σοκάρει όσους διατηρούν ακόμα την αίσθηση της ευπρέπειας του λόγου...

Μετά τον πρόσφατο, νικηφόρο αγώνα κυπέλλου της ΑΕΚ με τον Ολυμπιακό, γνωστό site οπαδών της ΑΕΚ «δίδαξε» για μία ακόμα φορά τους επισκέπτες του ότι η νίκη επί ενός αντιπάλου μέσα στον αγωνιστικό χώρο ισοδυναμεί με κτηνώδη αλλά απολαυστική πράξη βιασμού! Έδωσε έτσι το έναυσμα για σχολιασμούς αναγνωστών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εμετικοί. (Ο λιγούρης Ελληνάρας βρίσκει πάντα διεξοδικούς παράδρομους για να εκτονώσει τις αρρωστημένες, ανεπίδοτες ορμές του. Το ποδόσφαιρο είναι πάντα μια κάποια λύση...) Το κύριο άρθρο του site, αναφερόμενο στον αγώνα, είχε τον υπαινικτικά λογοπαικτικό τίτλο:

«Αντόνιο Βισέντε Πούτσε (2-1)»,

αξιοποιώντας – με προφανή την χυδαιολογική πρόθεση – το όνομα του βοηθού προπονητή του Ολυμπιακού, Antonio Puche Vicente (Αντόνιο Πουσέ Βισέντε).

Αυτό που αληθινά σοκάρει είναι τα σχόλια των αναγνωστών που «έπιασαν» τον υπαινιγμό και έσπευσαν να υπερθεματίσουν. (Σημειώνω εδώ ότι όλα τα σχόλια περνούν από διαδικασία ελέγχου και έγκρισης από τους διαχειριστές του site...) Σταχυολογώ – διατηρώντας απόλυτα την πρωτότυπη ορθογραφία τους – μερικά από τα σχόλια νεοελλήνων οι οποίοι, κατά τα άλλα, κατεβαίνουν σε συλλαλητήρια διαμαρτυρόμενοι για την αμφισβήτηση της αποκλειστικότητάς τους ως συνεχιστών του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού...

------------------------------------------------

ΤΟ YOUPORN ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΣΟΒΑΡΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΠΛΟΥΣΙΟΠΑΡΟΧΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ ΣΤΟΝ ΚΙΤΡΙΝΟΜΑΥΡΟ ΕΠΙΒΗΤΟΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΥΘΡΟΛΕΥΚΗ MILFA...

Με τόσο sex στο τέλος θα μας αγαπήσετε.... Κρίμα που θα περάσουν μήνες μέχρι να σε ξαναρίξω στα 4 σέξυ Κούλη...

Από πουτ@ν@κι της Ευρώπης, κατάντησε κ δικό μας πουτ@ν@κι η θρυλότα...

Ρε γαύροι μας αγαπάτε καθόλου ή μας θέλετε μόνο για το ΣΕΞ;

Αδέλφια....δεν παρεξηγώ τον Μιραλας για το φτύσιμο....λίγο φτύσιμο πρην σου πάρει μια π0*τανα π/πα χρειάζεται.

τσουτσου...πλεον θαρρω οτι μιλαμε για ερωτικη σχεση...Τριλογια....3 πραξεις...1η πραξη...βιασμος...2 πραξη...σε σκεφτομαι,σε νιωθω....3η πραξη...ερως....το συνδρομο του οσφπ...

Βαρέθηκα...ούτε την γυναικά μου δεν έχω γ@μησει τόσες φόρες σε τόσες λίγες μέρες.

Μιραλας αγορινα μου πικρο το σπερμ@ του Αραουχο ε;;; σου εκαψε τον οισοφαγικο σωληνα και τα εφτυσες;

Ποσο πονάει όταν η ΑΕΚ γ@μ@ει..ποσό πονάει όταν η ΑΕΚ γ@μ@ει...

Ρε παιδιά, να ρωτήσω κάτι, γιατί έχω μπερδευτεί. ΚΑΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΤΟΥΣ ΕΜΕΙΝΕ ΑΒΟΥΛΩΤΗ ???????

το ασχημο είναι πως μας εγινε συνηθεια !!!!!!το σύνδρομο του βιαστή όπως λεει ο τσουκαλας οσο τους πονάμε τοσο παραπάνω μας αγαπάνε

Η σπερμοκαταπωση οδηγει δυνητικα σε πνευμονικη ινωση...η πρωκτομυοχαλαρωση σε εντερικη αποπτωση...και η βιαιη διεισδηση σε σε ρηξη μητρας και τραχηλου...

Πάλι σκληρό πορνό και πάλι σε ακατάλληλη ώρα!

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΕΡΙ ΓΛΕΝΤΙΩΝ.....Είμαστε ο λόγος που πετάγονται στον υπνο τους...Διοικητικά-παιχτικά-οπαδικά....Θα σε πονεσω οσο δεν σε ποσενε ποτε κανείς ολυμπιακάκι...Και θα κρατήσει πολύ...ΕΓΩ ΘΑ ΣΑΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΩ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ....Μεχρι τότε στα γόνατα και απολαυστε το..Θα είμαστε τρυφεροί!....Δημήτρη Ευχαριστούμε!Για το τώρα,το πριν,το μετά και το πάντα...! ΥΓ.Αλλοι προτιμούν φυλής και μεταξουργείο,εμείς τρούμπα..!

xaxaxaxaaaaaaaaaaaaa σεξ με τον ιδιο πελατη

------------------------------------------------

Από απλή περιέργεια θέλησα να επισκεφθώ sites φίλων του Ολυμπιακού, να καταγράψω κι εκεί αντιδράσεις μετά το παιχνίδι. Και τότε ντράπηκα για το επίπεδο του «υπέροχου λαού» της ΑΕΚ, αλλά και για την κατάντια της δημοσιογραφίας που – υποτίθεται – μάχεται για το καλό του συλλόγου!

Ενδεικτικά, μεταφέρω τίτλους αναρτήσεων από ένα site του Ολυμπιακού, το οποίο κατά κύριο λόγο αντλεί το υλικό του από μεγάλο αθλητικό site:

«Το… τρελό ποστάρισμα του Μπάρκα στο instagram» (σ.σ: συνοδεύεται από φωτογραφία με τους πανηγυρισμούς των παικτών της ΑΕΚ)

«Πρόκριση με γκολάρες: Η ΑΕΚ στον ημιτελικό, 2-1 τον Ολυμπιακό»

«Το εξαιρετικό γκολ του Αραούχο στο 2-0 της ΑΕΚ» (φωτογραφία του παίκτη & video)

«Τσίκινης για Κομίνη: Καμία αμφισβητούμενη φάση, πολύ καλή διαιτησία»

«Το μήνυμα της ΠΑΕ ΑΕΚ για τα θύματα της Θύρας 7» (επισημαίνεται ιδιαίτερα από το site ότι ένα από τα θύματα ήταν φίλος της ΑΕΚ)

Ας δούμε τι έγραψε και ένα άλλο «Ολυμπιακό» site:

Εξαφανισμένος από το χορτάρι για 84' ο Ολυμπιακός έχασε 2-1 από την ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ στη ρεβάνς του 0-0 στον Πειραιά και έμεινε εκτός συνέχειας στο Κύπελλο, με τους κιτρινόμαυρους να έχουν μετατρέψει τον Θρύλο στον καλύτερό τους «πελάτη» την τρέχουσα σεζόν αφού σε 4 ματς μέτρησαν 3 νίκες και 1 ισοπαλία. Οι «ερυθρόλευκοι» γνώρισαν ακόμα έναν αποκλεισμό από την Ένωση που παραμένει αήττητη εδώ και 3,5 μήνες σε όλες τις διοργανώσεις.

Ίσως θα πει κάποιος ότι πρόκειται για την υπερβατική ανωτερότητα των «χορτασμένων» από τίτλους, απέναντι στο βίαια συμπλεγματικό θυμικό των «πεινασμένων». Αν και ουδόλως με τιμά ως φίλο της ΑΕΚ μια τέτοια ερμηνεία, φοβάμαι πως είναι η μόνη που θα μπορούσα να δώσω κι ο ίδιος. Ακόμα λιγότερο τιμούν την ιστορία του συλλόγου οι αποκρουστικές χυδαιολογίες των σημερινών «Αεκτζήδων» του Διαδικτύου, που ελάχιστη σχέση έχουν με το παραδοσιακό φίλαθλο ήθος που κάποτε δίδασκε η ΑΕΚ.

Πίσω από αυτούς, όμως, τους ανεγκέφαλους «επιβήτορες» του πληκτρολογίου βρίσκονται, ως αόρατοι καθοδηγητές, αδίστακτοι καιροσκόποι που έχουν κάνει επάγγελμά τους τη συντήρηση του οπαδικού φανατισμού και την έμμεση ενθάρρυνση της γηπεδικής βίας. Οι ίδιοι, μάλιστα, δεν είχαν διστάσει κάποτε να συμβάλουν με τα εμπρηστικά κείμενά τους στην ανεξέλεγκτη κλιμάκωση ενός παρανοϊκού εμφύλιου πολέμου που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της ΑΕΚ, με αφορμή την επιστροφή σε αυτήν ενός παλιού προπονητή της που είχε κάνει το «λάθος» να εργαστεί για μία χρονική περίοδο σε ανταγωνιστικό σύλλογο.

Γενικά μιλώντας, η συστηματική, διαστροφική προβολή μιας αθλητικής δραστηριότητας ως «βιασμού» κι ως «σεξουαλικής κακοποίησης» θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται σαν δυσφήμιση του αθλήματος και να τιμωρείται με βαρύτατες ποινές σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Όμως, εδώ είμαστε Μπαλκάνια και δεν καταλαβαίνουμε από «φλωρίστικες» ευγένειες και αθλητικά ιδεώδη! Κι αν θέλουμε να πουλάμε περισσότερα φύλλα της αθλητικής εφημερίδας που εκδίδουμε, ή να ανεβάσουμε την εμπορικότητα του οπαδικού site που διευθύνουμε, θα πρέπει να πιάσουμε το σφυγμό του μέσου μάτσο ελληναρά που μας διαβάζει ή επισκέπτεται τις ηλεκτρονικές σελίδες μας. Και ο ελληναράς αυτός, ανίκανος να βιώσει αυθεντική χαρά μέσα σε μια αληθινή ερωτική σχέση, ζητά υποκατάστατα σε ό,τι μπορεί να διοχετεύσει τα νοσηρά ανεκπλήρωτά του και τις αρρωστημένες φαντασιώσεις του.

Για μερικούς, διέξοδος είναι το ποδόσφαιρο. Το οποίο κάποιοι επιτήδειοι κερδοσκόποι έχουν μετατρέψει σε οιονεί οίκο ανοχής για την εκτόνωση των διεστραμμένων πελατών τους, που βλέπουν ένα γκολ της ομάδας τους σαν επώδυνη διείσδυση σε διαδικασία βιασμού του αντιπάλου («ό,τι σας γ... είναι ΑΕΚ», φωνάζουν υπερήφανα στις εξέδρες του ΟΑΚΑ, και ντρέπομαι που αυτοί κι εγώ υποστηρίζουμε την ίδια ομάδα...).

Δικαιούμαστε, άραγε, οι σημερινοί Έλληνες να δηλώνουμε κληρονόμοι και συνεχιστές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ή είμαστε απλά ο χειρότερος κι ο πιο παρηκμασμένος λαός των Βαλκανίων; Δικαιούμαστε οι σημερινοί Αεκτζήδες να πιάνουμε στο στόμα μας την ιστορία της ΑΕΚ, ή καταντήσαμε τον σύλλογο συνώνυμο της βίας και της αλητείας;

Αν συμπεριλάβουμε στα μέτρα αξιολόγησης μιας κοινωνίας τη συμπεριφορά της στα γήπεδα και το Διαδίκτυο, τα πιο πάνω ερωτήματα καθίστανται, φοβάμαι, ρητορικά...

Aixmi.gr

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΒΗΜΑ - Οι σακούλες της οργής

Είναι φορές που χρειάζεται να αναλάβει κάποιος τον ρόλο του συνηγόρου του διαβόλου. Όπου ο «διάβολος», εν προκειμένω, είναι η ελληνική κοινωνία...

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η οικονομική κρίση βρήκε ένα μεγάλο (ίσως το μεγαλύτερο) μέρος αυτής της κοινωνίας απροετοίμαστο. Μια κοινωνία που ζούσε παρατεταμένη περίοδο πλασματικής ευμάρειας με δανεικά, έχοντας σχεδόν απόλυτα πιστέψει το παραμύθι της «υπερδύναμης των Βαλκανίων». Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα κάποιοι (που γνώριζαν από καιρό μα δεν μιλούσαν...) της ανακοίνωσαν ότι θα έπρεπε να ξεχάσει τον τρόπο ζωής στον οποίο της είχαν επιτρέψει να εθιστεί. Και η λέξη «μνημόνιο» ήρθε – θαρρείς ουρανοκατέβατη – για να μείνει ως σήμερα στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας...

Τότε στην αρχή έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτοι «υπερπατριώτες» του αντιμνημονιακού μετώπου. Με εισαγγελικό στόμφο, κάθισαν στο σκαμνί τους «καλομαθημένους» Έλληνες που ήταν πρόθυμοι να «ξεπουλήσουν» την εθνική αξιοπρέπεια για να αποφύγουν τις συνέπειες μιας ολικής χρεοκοπίας της χώρας. Θυμήθηκαν περήφανα τους προγόνους μας που κατάφερναν κάποτε να επιβιώνουν καλλιεργώντας λαχανικά στους κήπους τους (χωρίς να εξηγήσουν, εν τούτοις, πώς μετατρέπεται σε κήπο το μπαλκόνι ενός διαμερίσματος μιας πολυκατοικίας), ενώ δεν δίστασαν να μιλήσουν ακόμα και για «κατοχικά» συσσίτια που θα έλυναν, υποτίθεται, το πρόβλημα της διατροφής του πληθυσμού. Σε μια περίοδο βελτίωσης του επιπέδου ζωής των περισσότερων λαών της Ευρώπης, κάποιοι εγχώριοι εισαγγελείς έψεγαν τους Έλληνες γιατί δυσκολεύονταν (ή, έστω, αρνούνταν) να κοιτάξουν πίσω. Πολύ πίσω...

Νέοι κήνσορες έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους στα ηλεκτρονικά (κυρίως) μέσα ενημέρωσης με αφορμή την θέσπιση, από την πολιτεία, της επιβάρυνσης του καταναλωτικού κοινού με περιβαλλοντικό τέλος για τη χρήση πλαστικής σακούλας. Με αφορμή κάποιες πρώτες «γκρίνιες» που ακούστηκαν στα social media για το μέτρο, γράφτηκαν κείμενα έμπλεα ιερής οργής για τον «οικολογικά ασυνείδητο» Έλληνα που είχε «καλομάθει» τόσα χρόνια να τοποθετεί τα σκουπίδια του σε πλαστικές σακούλες του σούπερ-μάρκετ, αδιαφορώντας για την επιβάρυνση που επιφέρει το πλαστικό στο περιβάλλον! Η βιαστική αυτή κριτική, όμως, είναι τόσο αψυχολόγητη, όσο και άδικη. Εξηγούμαι:

Ο Έλληνας καταναλωτής που, σε καιρό κρίσης, έφτασε κάποιες φορές να μετράει ακόμα και τα σεντς στο πορτοφόλι του, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με μία πολιτική πρόσθετου κόστους για την οποία ελάχιστα τον είχαν προετοιμάσει. Στο μυαλό του, η πολιτεία αποφάσισε να τον τιμωρήσει επιβάλλοντάς του πρόστιμο για κάτι που ποτέ δεν του είχε πει πως αποτελούσε αδίκημα. Έτσι, ούτε η φιλοσοφία του μέτρου κατέστη σαφής εξαρχής, ούτε – κι αυτό είναι εξίσου σημαντικό – υπήρξε επαρκής διασαφήνιση για το πώς και το πού τα χρήματα αυτού του οιονεί προστίμου θα επενδυθούν (για την βελτίωση των όρων προστασίας του περιβάλλοντος, ή για να καλυφθούν κάποιες άλλες «τρύπες»;). Έτσι, οι πρώτες γκρίνιες του κοινού θα έπρεπε να είναι μάλλον αναμενόμενες και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως περίπου έκφραση εγκληματικής διάθεσης απέναντι στο περιβάλλον!

Συνεχίζοντας να δικηγορούμε υπέρ του διαβόλου, ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά την ηθική διάσταση της επιβολής τέλους στην πλαστική σακούλα. Είναι ζήτημα πολιτισμού, και όχι παράλογη καταναλωτική απαίτηση, ένα κατάστημα (ιδιαίτερα αν πουλά τρόφιμα) να παραδίδει τα προϊόντα στον πελάτη στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά στο αυτοκίνητο ή στο σπίτι. Φυσικά, είναι στη διακριτική ευχέρεια του καταστήματος αν θα επιβαρύνει ή όχι τον πελάτη με το κόστος της σακούλας (ας δεχθούμε, πάντως, ότι είναι κι αυτή ένα προϊόν που μπορεί να πωλείται).

Η λογική, όμως, ενός περιβαλλοντικού τέλους είναι διαφορετική από εκείνη της απλής χρέωσης ενός εμπορικού προϊόντος. Ο πελάτης εδώ ποινολογείται, κατά κάποιον τρόπο, για την αποδοχή μιας συσκευασίας μη-φιλικής προς το περιβάλλον. Αυτό θα είχε κάποια λογική αν αυτός είχε την δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μία οικολογική και μία μη-οικολογική συσκευασία αλλά, για κάποιο λόγο, εκείνος επέλεγε την δεύτερη. Στην Αμερική, για παράδειγμα (τουλάχιστον την δεκαετία του ’80 που βρέθηκα εκεί) ακόμα και τα ρούχα τοποθετούνταν σε χάρτινες σακούλες – συχνά διόλου βολικές στη μεταφορά, αφού δεν είχαν χερούλι!

Τη στιγμή, όμως, που τα καταστήματα παρέχουν μία και μοναδική συσκευασία, η οποία, ατυχώς, είναι επιβαρυντική για το περιβάλλον, φαντάζει άδικο το τέλος που – σε συμμόρφωση, έστω, με διεθνείς συμβάσεις – επιβάλλεται από την πολιτεία στον ίδιο τον καταναλωτή, ο οποίος δεν έχει καν τη δυνατότητα μιας άλλης επιλογής.

Υποστηρίζεται, βέβαια, η άποψη της μετάθεσης ευθύνης για τη συσκευασία μεταφοράς στον ίδιο τον καταναλωτή. Με απλά ελληνικά, θα πρέπει αυτός να κυκλοφορεί πάντα με μία σακούλα (ή και περισσότερες) πολλαπλών χρήσεων στην τσάντα ή στην τσέπη, στην περίπτωση π.χ. που, επιστρέφοντας από την εργασία του, συνηθίζει να περνά από το φούρνο ή το σούπερ-μάρκετ. Όχι τόσο για να γλιτώσει το σχετικά μικρό (αλλά σωρευτικά υπολογίσιμο) ποσό ενός οικολογικού προστίμου, όσο για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του πως δεν προσθέτει το όνομά του στη λίστα των εγκληματούντων κατά της Φύσης!

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, εν τούτοις, είναι ζήτημα πολιτισμού να παραδίδονται τα προϊόντα στον καταναλωτή στοιχειωδώς συσκευασμένα για μεταφορά, ακόμα κι αν αυτός κληθεί να καλύψει το κόστος της συσκευασίας. Και είναι, κατά τη γνώμη μας, ευθύνη του ίδιου του καταστήματος να διασφαλίσει ότι η συσκευασία που παρέχει είναι φιλική προς το περιβάλλον. Η παραγωγή και διάθεση οικολογικής σακούλας θα πρέπει, λοιπόν, να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα για την πολιτεία.

Όσο για τους κήνσορες των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, αντί για την ιερή οργή τους και την εκτόξευση μειωτικών χαρακτηρισμών για την «κακομαθημένη» και «ασυνείδητη» ελληνική κοινωνία, υπάρχει κάτι καλύτερο να κάνουν. Αφού προβάλλουν ως ευαισθητοποιημένοι γνώστες των οικολογικών ζητημάτων, ας αποδυθούν τουλάχιστον – με αίσθημα κατανόησης και δίχως εισαγγελική οίηση – σε μία ειλικρινή προσπάθεια ενημέρωσης και διαφώτισης του κοινού για την σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος. Έτσι που το περιβαλλοντικό τέλος (για όσο χρόνο ακόμα απαιτηθεί να υφίσταται) να μη φαντάζει στις συνειδήσεις των ανθρώπων απλά και μόνο σαν μια παράλογη και άδικη τιμωρία!

ΤΟ ΒΗΜΑ