Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Λαϊκισμός: Και όμως, υπάρχει!

Στην κεντρική σελίδα του Aixmi.gr, βρίσκεται μια κυλιόμενη, τριπλή στήλη όπου εμφανίζονται οι τίτλοι επιλεγμένων αναρτήσεων, αντιπροσωπευτικών του ύφους του site. Ανάμεσα σ’ αυτές, υπάρχει κάποια στην οποία ο γράφων ενίσταται στη διαφαινόμενη διολίσθηση αξιόλογου συναρθρογράφου (και καλού του φίλου) στον πολιτικό λαϊκισμό, έννοια της οποίας (ελλείψει συμπαγούς ορισμού της) απαριθμούνται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ας τα θυμηθούμε:

1. Η υπεραπλούστευση, η ρηχότητα των θέσεων και η αποφυγή κάθε είδους σοβαρής αναλυτικής προσέγγισης των πραγμάτων.

2. Η στόχευση στο θυμικό αντί στη λογική.

3. Η χρήση ευτελούς συνθηματολογίας (ενίοτε, ακόμα και χυδαιολογίας) στη θέση μιας γνήσιας πολιτικής επιχειρηματολογίας.

4. Η πολιτικά καιροσκοπική και κοινωνικά επικίνδυνη αξιοποίηση του μαζικού θυμού.

Τα σχόλια των αναγνωστών, τα οποία συνοδεύουν το άρθρο, είναι ανάμικτα. Κάποια, μάλιστα, από τα αρνητικά σχόλια μαρτυρούν έντονη συναισθηματική φόρτιση! Οι ενστάσεις αφορούν, κυρίως, το κατά πόσον η κατηγορία περί λαϊκισμού είναι, εν προκειμένω, δίκαιη. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η ίδια η έννοια του λαϊκισμού ως αναγνωρίσιμης πολιτικής συμπεριφοράς, εν γένει…

Κόντευα να λησμονήσω αυτή τη συζήτηση, όταν ξαφνικά έπεσε στα χέρια μου (και, ομολογώ, κατά κάποιον τρόπο με ξάφνιασε) άρθρο έγκριτου ακαδημαϊκού, στο οποίο, ούτε λίγο–ούτε πολύ, τίθεται εν αμφιβόλω αυτή τούτη η δοκιμότητα του όρου «λαϊκισμός». Διότι, σε ακόμα θεμελιωδέστερο εννοιολογικό επίπεδο, κρίνεται ως λανθασμένη η ίδια η πολιτική χρήση του όρου «λαός»!

Ας σταχυολογήσουμε μερικά από τα επιχειρήματα που περιέχονται στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτό άρθρο:

1. Όσοι εκφράζουν κριτική στο λαϊκισμό, προβάλλουν νοητικά ένα πολιτικό υποκείμενο, το «λαό», που έχει αδυναμίες, επικίνδυνες ροπές και ανωριμότητα, έτσι ώστε να χρειάζεται προστασία και καθοδήγηση. Ο λαϊκιστής, σύμφωνα με τους επικριτές του, είναι απλά ο λάθος καθοδηγητής, αυτός που οδηγεί το λαό μακριά από το «σωστό» δρόμο.

2. Στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται «λαός» ως ενιαία κοινωνική συλλογικότητα. Η λέξη αυτή αντιπροσωπεύει μια κατασκευή του νου, μια νοητική σύμβαση. Λαός με άλλη έννοια (γλώσσα, πολιτισμικά γνωρίσματα, συνείδηση κοινής ταυτότητας) υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως πολιτικός λαός, ο οποίος συμπεριφέρεται ενιαία στο πολιτικό πεδίο.

3. Σε μια εκλογική αναμέτρηση, ο «λαός» περιγράφεται συνήθως ως μία ενιαία πολιτική συνειδητότητα που διανέμει τα ποσοστά σκεπτόμενη το συμφέρον του τόπου. Σύμφωνα με αυτή τη μεταφυσική εικόνα, πριν πάει ο «λαός» στην κάλπη, σκέφτεται ποια κατανομή ποσοστών είναι προς το συμφέρον της χώρας και ειδοποιεί τα «αντίγραφά» του (τους ψηφοφόρους) για την ορθή κατανομή. Έτσι, προκύπτει ένα «σοφό» εκλογικό αποτέλεσμα!

4. Αυτοί που στην πραγματικότητα διαμορφώνουν το εκλογικό αποτέλεσμα είναι εκατομμύρια πολίτες – όχι αντίγραφα του «λαού» – με διαφορετικές ιδέες, συναισθήματα και συμφέροντα, που πηγαίνουν στις κάλπες και κάνουν τις επιλογές τους χωρίς, φυσικά, να έχει προηγηθεί γενική συνέλευση και απόφαση για το ποια είναι η ορθή κατανομή των ποσοστών που πρέπει να λάβουν τα κόμματα! Και, ουδείς ψηφοφόρος γνωρίζει – ή επηρεάζεται από – τις επιλογές των υπολοίπων.

5. Αληθινός λαϊκισμός, εν τέλει, είναι μόνο η υποστασιοποίηση του «λαού» ως οργανικού όλου, ως ενιαίου υποκειμένου που σκέφτεται, αισθάνεται και δρα…

Επειδή το άρθρο είναι ανοικτό σε διαφορετικές ερμηνείες (αναφέρω, ενδεικτικά, ότι με άλλον εντελώς τρόπο από εμένα το ανέγνωσε, και σε διαφορετικά συμπεράσματα κατέληξε, διακεκριμένη νομικός και φίλη), ας εστιάσω την προσοχή μου σε κάποια χαρακτηριστικά σημεία που συνθέτουν μια δεδομένη γραμμή σκέψης:

1. Είναι εμφανές εξαρχής ότι στο στόχαστρο του άρθρου βρίσκονται κατά κύριο λόγο οι υπέρμαχοι της λεγόμενης “Realpolitik”, οι θιασώτες, δηλαδή, του «πολιτικού πραγματισμού», ο οποίος, ως γνωστόν, έρχεται σε αντίθεση με τις «ουτοπικές» – όπως οι πραγματιστές τις θεωρούν – προσεγγίσεις των «πολιτικών ιδεολόγων» (ο τελευταίος αυτός όρος δεν χρησιμοποιείται στο άρθρο, εικάζω όμως ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, υπονοείται). Κατά τον αρθρογράφο, οι πρώτοι επικολλούν την ετικέτα του «λαϊκιστή» στους δεύτερους προκειμένου να δυσφημίσουν, και τελικά να αποδυναμώσουν, την πολιτική επιχειρηματολογία τους.

2. Οι εκφράζοντες κριτική στο λαϊκισμό, αυτονόητα δέχονται την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτικού υποκειμένου, του «λαού». Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η υπόθεση αυτή είναι λανθασμένη: «λαός» υφίσταται μόνο ως προβολή του νου, ως νοητική σύμβαση.

3. Το συμπέρασμα στο οποίο προσωπικά καταλήγω, είναι το εξής: Σύμφωνα με το άρθρο, οι «πολιτικοί πραγματιστές» κακώς μέμφονται τους πολιτικούς και ιδεολογικούς τους αντιπάλους ως «λαϊκιστές», αφού αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» χτίζεται πάνω σε μια ανύπαρκτη οντότητα, το «λαό». Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός είναι εννοιολογικά αδόκιμος!

Ομολογώ ότι το άρθρο αυτό – στο βαθμό που το αποκωδικοποίησα σωστά – με προβλημάτισε. Θεωρούσα πάντα τον λαϊκισμό ως μια δεδομένη και αυτονόητα υπαρκτή πολιτική συμπεριφορά που, κάποιες φορές, δίνει στο πολιτικό σκηνικό μια αληθινά αποκρουστική όψη! Την ύπαρξή του, εξάλλου, πιστοποιούν και τα συχνά καταστροφικά αποτελέσματά του (αναφέρω, ενδεικτικά, την εθνική συμφορά του 1897, όπως και την ολέθρια επίδραση της χιτλερικής ρητορείας στο γερμανικό λαό, με ό,τι αυτή επέφερε).

Χωρίς την παραμικρή πρόθεση να αντιδικήσω με έναν ιδιαίτερα αξιόλογο κι αγαπητό ακαδημαϊκό δάσκαλο, και κυρίως, χωρίς να διεκδικώ το αλάθητο, αισθάνομαι την ανάγκη να υπερασπιστώ την απόφασή μου να εξακολουθήσω να τοποθετούμαι ενάντια στον λαϊκισμό, δεχόμενος, αυτονόητα, τόσο ότι το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό με τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, όσο και ότι η χρήση του σχετικού όρου είναι δόκιμη. Και η αυτο-υπεράσπισή μου με οδηγεί, αναγκαία, στην αναζήτηση αντίρροπης επιχειρηματολογίας σε σχέση με αυτή που εκτέθηκε πιο πάνω.

Στους μαθητές μου επιχειρώ, συχνά, να εξηγήσω δύσκολες έννοιες της Φυσικής χρησιμοποιώντας μεταφορές από την καθημερινή ζωή. Εδώ θα κάνω το αντίθετο: θα χρησιμοποιήσω μια μεταφορά από τη Φυσική για να εξηγήσω το λόγο για τον οποίο, ως κοινωνικός και πολιτικός όρος, η λέξη «λαός» ίσως και να μην είναι, τελικά, για πέταμα! Τουλάχιστον, όχι για τους λόγους που προβάλλονται στο άρθρο στο οποίο εκτενώς αναφερθήκαμε…

Όπως είναι σε όλους γνωστό, στην Ατομική Φυσική περιγράφουμε το άτομο ως μια δομή αποτελούμενη από έναν θετικά φορτισμένο πυρήνα και, πέριξ αυτού, ένα σύνολο από ολοένα κινούμενα, αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια. Ένα κεντρικό πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου χρειάζεται να επιστρατευτεί ο «βαρύς οπλισμός» της κβαντικής θεωρίας, είναι ο υπολογισμός της ολικής ενέργειας του ατόμου. Αν τα ηλεκτρόνια δεν αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, η λύση θα ήταν απλή: δεν θα ‘χαμε παρά να αθροίσουμε τις ενέργειες του κάθε ηλεκτρονίου χωριστά! Πράγματι, η ενέργεια του καθενός απ’ αυτά θα ήταν καλά καθορισμένη (οφειλόμενη μόνο στην έλξη του πυρήνα) και δεν θα εξαρτιόταν από τις ενέργειες των υπολοίπων.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή. Λόγω της αλληλεπίδρασης των ηλεκτρονίων, είναι αδύνατο να τα αντιμετωπίσει κανείς ως ξεχωριστές οντότητες κι έτσι να αθροίσει, ελαφρά τη συνειδήσει, τις ενέργειές τους ώστε να βρει την ολική ενέργεια του ατόμου. Τα ηλεκτρόνια θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εξαρχής ως ενιαίο σύστημα, κι αυτό ακριβώς κάνει η Κβαντομηχανική για να δώσει (προσεγγιστικές, έστω) λύσεις στο πρόβλημα.

Αν η δια της Φυσικής προτεινόμενη αλληγορία είναι σωστή, κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί για τις πολιτικές συνειδήσεις των ψηφοφόρων. Πόσο ανεξάρτητες μπορούν να θεωρούνται μεταξύ τους; Είναι δυνατό να ορίσουμε μια «ολική κοινωνική συνείδηση» – εκφραζόμενη ποσοτικά δια του αποτελέσματος των εκλογών – με τρόπο γραμμικό, ως απλό άθροισμα απόλυτα στεγανοποιημένων, εξατομικευμένων πολιτικών συνειδήσεων, μη υποκείμενων σε οιουσδήποτε αλληλοεπηρεασμούς;

Η προσωπική μου απάντηση στα παραπάνω ρητορικά ερωτήματα είναι σαφώς αρνητική! Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι τα κίνητρα του κάθε ψηφοφόρου είναι κατά βάση ιδιοτελή, η διαμόρφωση της πολιτικής του συνείδησης (άρα και η ίδια η εκ μέρους του αντίληψη της ιδιοτέλειας) λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα ή περισσότερα κοινωνικά σύνολα (οικογένεια, κοινωνική ή/και επαγγελματική τάξη, φιλικές και άλλες προσωπικές σχέσεις, κλπ.) με τα οποία, σε κάποιο βαθμό, αισθάνεται ταυτισμένος. Κι εκεί, ένα μέρος, τουλάχιστον, από τη συνειδησιακή του εξατομίκευση, μοιραία – και ίσως ασυναίσθητα – θυσιάζεται στο βωμό της συλλογικότητας.

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό οποιασδήποτε κοινωνίας είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της (no man is an island”, είχε πει ο John Donne!). Κι αυτό που, ενίοτε με μια δόση (υποκρυπτόμενης ή μη) απαξίωσης, αναφέρεται συλλογικά ως «λαός», δεν είναι παρά μια σύνθεση πολιτικών συνειδήσεων που υπόκεινται σε αλληλοεπηρεασμούς. Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό αλληλεξάρτησης εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους οι μεγάλοι δημαγωγοί της Ιστορίας για να χειραγωγήσουν ολόκληρα έθνη!

Αν κάτι «απαλύνει» κάπως τη δαιμονική εικόνα των τελευταίων, είναι το αδιαμφισβήτητο πολιτικό τους χάρισμα (εδώ δεν θα εξαιρέσω ακόμα και τον ίδιο το Χίτλερ!). Ελλείποντος του χαρίσματος, αυτό που απομένει είναι τα σκιάχτρα των λαϊκιστών της σύγχρονης πολιτικής σκηνής. Εντός ή εκτός συνόρων, στο ένα ή στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος…

Είναι, άραγε, ουτοπική η ιδέα μιας κοινωνίας απόλυτα ανεξάρτητων πολιτικών συνειδήσεων, πάνω στην οποία (κοινωνία) θα ήταν αδύνατη η εφαρμογή οποιωνδήποτε λαϊκιστικών μεθοδεύσεων; Πιστεύω πως ναι! Μια τέτοια «ιδανική» κοινωνία θα προϋπέθετε την ύπαρξη ατόμων απαλλαγμένων από κάθε είδους ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμα κι από το ίδιο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Και είναι τέτοιες «αδυναμίες» που καθιστούν αναγκαίο το αίσθημα της συλλογικότητας που χαρακτηρίζει μια πραγματική κοινωνία!

Οι κοινωνίες θα είναι, λοιπόν, πάντα εκτεθειμένες σε λαϊκιστικές επιδράσεις από κάθε λογής «καθοδηγητές»; Η απάντηση είναι, φοβούμαι, προφανής… Το μόνο αντίδοτο είναι η ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ξεκινάει από την ίδια την εκπαίδευση. Μιας σκέψης που να οδηγεί, κατά το δυνατόν, σε αυτονόμηση των συνειδήσεων δίχως να καταργεί, εν τούτοις, το αίσθημα της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης!

Οδηγούμαστε, έτσι, στο πολιτικά ηθικό συμπέρασμα ότι, ο μόνος έγκυρος κι αποδεκτός καθοδηγητής της κοινωνίας είναι ο δάσκαλος. Και, με φωτισμένους δασκάλους να μας δείχνουν το δρόμο, ίσως τελικά υπάρχει ελπίδα…!

Ευχαριστίες: Ευχαριστώ την Ελένη Αθανασούλη και τη Θάλια Χρόνη για χρήσιμες παρεμβάσεις που οδήγησαν σε σημαντικές βελτιώσεις του κειμένου.

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Μήπως οι «δωσίλογοι» της κατοχής δεν ήταν όλοι δωσίλογοι;

Του Θανάση Γκότοβου

Με πρόσφατο άρθρο του στην «aixmi.gr» ο αγαπητός Κώστας Παπαχρήστου αποφάσισε - τολμηρός όπως είναι – να θέσει για άλλη μια φορά τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Άνοιξε πολλά, μεγάλα και δύσκολα θέματα. Μερικά, μάλιστα, από αυτά είναι για την ελληνική κοινωνία, εβδομήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, ακόμη θέματα απαγορευμένα, όπως έδειξε όχι τόσο το ίδιο το επεισόδιο με την επίθεση στον Νίκο Μαραντζίδη, αλλά κυρίως ο σχολιασμός του εκ μέρους μιας σειράς παραγωγών δημόσιου λόγου.

Ούτε λίγο ούτε πολύ ειπώθηκε ότι αν κάποιος εξαγνίζει με τα κείμενά του δωσίλογους και Ταγματασφαλίτες, δεν πρέπει να εκπλήσσεται για τα…. αντίποινα που ενδέχεται να ακολουθήσουν με τη μορφή σωματικής βίας. Αλλά ας πάμε στην ουσία.

Πριν από τον Ρόζενμπαουμ, ένας επίσης αμερικανός συγγραφέας, ο Ντάνιελ Γκόλντχάγκεν, είχε υποστηρίξει περίπου τις ίδιες θέσεις με το πολύκροτο βιβλίο του «Hitler’s willing executioners». Ο ίδιος ο τίτλος του εν λόγω βιβλίου προϊδεάζει για ενεργή, μαζική και αυτόβουλη συμμετοχή του γερμανικού λαού στα εγκλήματα που συνδέονται με το ναζιστικό καθεστώς, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας των Εβραίων της Ευρώπης.

Είναι γεγονός ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, ένας περιθωριακός τύπος, κατάφερε να εκφράσει πολιτικά όχι μόνο την οργή και την απελπισία ενός ηττημένου ισχυρού έθνους απέναντι στους νικητές και τους αρχιτέκτονες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αλλά και την παραδοσιακή (και γι αυτό προ-ναζιστική) τάση της Γερμανίας (των γερμανικών ελίτ) να επεκταθεί ανατολικά και να αποκτήσει την ηγεμονία στην Ευρώπη.

Για την (Μεγάλη) Ιδέα της γερμανικής ελίτ, όντως ο Χίτλερ αποτέλεσε χαρισματικό πολιτικό εκφραστή και οργανωτικό διεκπεραιωτή, αλλά με καταστροφικό αποτέλεσμα. Προφανώς, η υλοποίηση του γερμανικού ρεβανσισμού και μεγαλοϊδεατισμού θα μπορούσε να προχωρήσει και χωρίς τον αφανισμό των Εβραίων, των Τσιγγάνων, των αναπήρων και άλλων «ανεπιθύμητων» μειονοτήτων της Γερμανίας και της Ευρώπης.

Εδώ, κυρίως, έρχεται ο εφαρμοσμένος κρατικός ρατσισμός των Ναζί να δώσει το ιδιαίτερο στίγμα της χιτλερικής εποχής. Οι «ιδέες» καθαυτές δεν ήταν τόσο «νέες» όσο νομίζουμε, το νέο στοιχείο ήταν κυρίως η μαζική και βιομηχανική οργάνωση της πραγμάτωσής τους. Μαζικές εκτελέσεις εθνοτήτων και αμάχων, όπως επίσης αφανισμούς και ακρωτηριασμούς προσώπων που ανήκαν σε «ανεπιθύμητες» ομάδες είχαμε και αλλού, πριν από τον Χίτλερ, και εκτός ναζιστικού πλαισίου. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε παραδείγματα, είναι λίγο πολύ γνωστά. Η διαχρονική μελέτη της βίας στις κοινωνίες, ιδιαίτερα της βίας του πολέμου, είναι μια δύσκολη υπόθεση, καθώς οι μορφές της είναι πολλές και οι στόχοι για τη χρήση της επίσης πολλαπλοί. Μόνη η ψυχολογική προσέγγιση της βίας δεν είναι σε θέση να μας δώσει μια επαρκή ερμηνεία, παρότι μπορεί να συμβάλει θετικά στην ερμηνεία της.

Τα υπόλοιπα ζητήματα (κυβερνήσεις δωσιλόγων στην Ελλάδα της κατοχής, συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής, ένοπλη αντίσταση και αντίποινα) – αυτά κι αν δεν είναι στην Ελλάδα απαγορευμένα θέματα. Απαγορευμένα, όχι με την έννοια ότι απαγορεύεται να μιλά κανείς γι αυτά – το αντίθετο συμβαίνει – αλλά με την έννοια ότι έχουν δημιουργηθεί (ανάλογα με την εποχή) «καθεστώτα αλήθειας» για τα συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία ασκούν πίεση στους ανεξάρτητους ομιλητές να προσαρμόσουν το λόγο τους στο μήκος κύματος των πομπών των επίσημων και καθιερωμένων εκδοχών για τα γεγονότα.

Όντως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στη συζήτηση για την ελληνο-γερμανική προσέγγιση και τη μετάθεση της ευθύνης για την εκδίκαση των υποθέσεων των Γερμανών εγκληματιών πολέμου πλέον από τη γερμανική Δικαιοσύνη το Φθινόπωρο του 1959, με την πολύκροτη υπόθεση Μέρτεν, προσπάθησε να εξηγήσει τα γερμανικά αντίποινα στα Καλάβρυτα, λέγοντας ότι είχε προηγηθεί η εκτέλεση πάνω από 70 Γερμανών αιχμαλώτων από μονάδα του ΕΛΑΣ της περιοχής.

Ο Κανελλόπουλος είπε το προφανές, ότι δηλαδή η σφαγή των Καλαβρύτων έγινε αφού είχε προηγηθεί η εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων και αφού ο Γερμανός διοικητής πληροφορήθηκε την εκτέλεση. Αυτό που είπε ο Κανελλόπουλος το 1959, όμως, αμφισβητήθηκε από ορισμένες πλευρές όχι μόνον τότε, αλλά και πολύ αργότερα.

Ακόμη και σήμερα υπάρχουν παράγοντες που το αμφισβητούν, παρά το ότι δεν υπάρχει πλέον χώρος για παρόμοια αμφισβήτηση, πλην του απόλυτου ιστορικού βολονταρισμού.

Ο Κανελλόπουλος ποτέ δεν δικαιολόγησε τη σφαγή των Καλαβρύτων, προσπάθησε μόνο να την ερμηνεύσει, συνδέοντας τα δύο γεγονότα. Αλλά εκείνη την εποχή, όπως ακριβώς και σήμερα, οι ερμηνείες για τέτοια γεγονότα έπρεπε να κινούνται μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλιώς υπήρχε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι κάποιος δεν ερμηνεύει, αλλά εξαγνίζει τη σφαγή προωθώντας μια συγκεκριμένη ερμηνεία, ακόμη και αν αυτή ανταποκρίνεται στα γεγονότα. Άρα, γίνεται «δωσίλογος». Εκεί ακριβώς φαίνεται να έχουν σταματήσει οι δείκτες του ρολογιού του επιστημονικού διαλόγου από τότε μέχρι σήμερα. Η δημόσια συζήτηση δεν γίνεται με επιχειρήματα, αλλά με συνθήματα και μερικές φορές με (φυσικά) πλήγματα.

Ποιοι ήταν ακριβώς οι «δωσίλογοι» της κατοχής; Ήταν οι υπάλληλοι του κατεχόμενου ελληνικού κράτους – σε οποιονδήποτε τομέα – που δεν είχαν βγει στο βουνό «δωσίλογοι»; Οι έμποροι και οι τεχνίτες που δεν είχαν εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις τους να βγουν στο βουνό, το ίδιο; Οι γεωργοί που συνέχιζαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους και να μαζεύουν τις ελιές, παρά την κατοχή, ήταν «δωσίλογοι»; Οι δικαστές που δίκαζαν στα δικαστήρια; Οι εκπαιδευτικοί που δίδασκαν στα σχολεία; Ήταν όλοι όσοι είχαν επιλέξει την προσαρμογή και τη συμβίωση με το κατοχικό καθεστώς, αντί της ρήξης και της ένοπλης σύγκρουσης με αυτό, «δωσίλογοι»; Μήπως «προσκυνημένοι»; Ή μήπως απλώς αντιδραστικοί «συνεργάτες»;

Τι σημαίνει ακριβώς η έκφραση «συνεργασία με τους Γερμανούς (Ιταλούς)» επί κατοχής; Μήπως δεν ήταν η μομφή «συνεργάτης των Γερμανών» η πιο συνηθισμένη δικαιολογία για τη μείζονα αντιστασιακή οργάνωση (ΕΑΜ) προκειμένου να νομιμοποιηθεί η χρήση ένοπλης βίας εναντίον «αντιδραστικών στοιχείων»; Μήπως δεν κατηγορήθηκε ο ίδιος ο Ζέρβας, αρχηγός της δεύτερης σε δύναμη αντιστασιακής οργάνωσης, ήδη στα μέσα του 1943 ότι ήταν «συνεργάτης» των Ιταλών και μετά των Γερμανών; Μήπως δεν είναι γνωστό ότι ο Ζέρβας δεν είχε την τύχη των άλλων υποτιθέμενων «συνεργατών» του εχθρού, όπως π.χ. ο Ψαρρός, όχι επειδή το ΕΑΜ απέσυρε την κατηγορία, αλλά επειδή απλά δεν κατόρθωσε να διαλύσει με τη στρατιωτική ισχύ που διέθετε τα τμήματα του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο το Φθινόπωρο και τον Χειμώνα του 1943;

Το κεφάλαιο, συνεπώς, «συνεργάτες του εχθρού» είναι πονεμένο κεφάλαιο, όχι επειδή τέτοιοι δεν υπήρξαν, αλλά επειδή το στίγμα χρησιμοποιήθηκε αδιακρίτως εναντίον του αντιπάλου στα πλαίσια ενός αδυσώπητου πρώιμου εμφυλίου για την μονοπώληση της ένοπλης βίας.

Αφήνω τελευταίο το κεφάλαιο της ένοπλης αντίστασης και των αντιποίνων. Ακόμη δεν μπορούμε να δεχθούμε στην Ελλάδα το προφανές: ότι η ένοπλη αντίσταση κατά του κατακτητή, κατά τη διάρκεια της κατοχής, ούτε ενιαία υπήρξε, ούτε και ελεύθερη. Η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων ήταν από την αρχή σχεδόν αδυσώπητη, με εξαίρεση ορισμένα διαλείμματα.

Ελληνική κατάρα; Όχι ακριβώς. Παρόμοιες καταστάσεις, με ίδια δομικά χαρακτηριστικά, θα δούμε στη γειτονική Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία του Τίτο την ίδια περίοδο. Και στις τρεις χώρες η αντίσταση συνδέθηκε πολύ νωρίς με το καθεστωτικό ζήτημα και γι αυτό υπήρξε μέσα στην κατοχή ένοπλη εμφύλια σύρραξη με σαφές πολιτικό περιεχόμενο, πέρα από οποιοδήποτε άλλο δευτερεύον που ανάγεται σε πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Στις δύο από τις τρεις χώρες, το διακύβευμα πέτυχε. Στην Ελλάδα, απέτυχε. Δυστυχώς για ορισμένους, ευτυχώς για άλλους, ακόμη και για κάποιους από τους ανανήψαντες ηττημένους. Όπως συμβαίνει συνήθως στην Ιστορία….

Πηγή: Aixmi.gr


Το σχόλιό μας:

Άλλο ένα εξαιρετικό άρθρο από τον Θανάση Γκότοβο! Για διευκόλυνση μελλοντικών αναγνωστών, προσθέτω το link του άρθρου στο οποίο κάνει αναφορά στο ξεκίνημά του το παρόν άρθρο:

http://www.aixmi.gr/index.php/ohitler-ws-antithesi-mia-enallaktiki-ermineia/

Λίγες επιπρόσθετες σκέψεις, τώρα, με στόχο να εμπλουτίσουμε τη συζήτηση:

1. Η επίθεση στον Νίκο Μαραντζίδη δεν διαφέρει και πολύ από αυτές που έκαναν τα SA του Rohm σε ιδεολογικούς αντιπάλους των ναζί. Ας το ξανασκεφτούν αυτοί που την οργάνωσαν!

2. Το βιβλίο του Ρόζενμπαουμ είναι κλάσεις ανώτερο απ’ αυτό του Γκόλντχάγκεν, το οποίο είναι εμπαθές, μονόπλευρο, προϊόν καθαρής προκατάληψης και, εν τέλει, ίσως ακόμα και αντι-επιστημονικό (αν και γράφτηκε ως διδακτορική διατριβή)!

3. Φυσικά, η ερμηνεία μιας εγκληματικής πράξης είναι άλλο πράγμα από τη δικαιολόγησή της! Όταν όμως η εκφορά της ερμηνείας στοχεύει στο να ελαφρύνει τη θέση του εγκληματία απέναντι στο νόμο, τότε παύει να έχει καθαρά διαπιστωτικό χαρακτήρα: γίνεται ζήτημα ηθικής τάξης!

4. Ασφαλώς και ΔΕΝ ήταν δωσίλογοι οι απλοί υπάλληλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, κλπ, που δεν βγήκαν στο βουνό! Αυτοί, στο κάτω-κάτω, συνέχισαν να προσφέρουν υπηρεσίες αναγκαίες για την επιβίωση των ίδιων των Ελλήνων. Τι θα μπορούσε, όμως, να πει κανείς για τους διερμηνείς στις ανακρίσεις; τους καταδότες; τα περίφημα «Τάγματα»; (κλπ).

5. Ιδιαίτερα επιτυχημένη η επισήμανση σχετικά με τα «καθεστώτα αλήθειας»! Η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να είναι μονόπλευρη. Όπως εξίσου άτοπος είναι και ο χαρακτηρισμός μιας και μόνον ιδεολογίας ως «δημοκρατικής»…

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ο Χίτλερ ως αντίθεση: Μια εναλλακτική ερμηνεία

Τόμοι ιστορικών, κοινωνιολογικών και ψυχαναλυτικών συγγραμμάτων έχουν επιχειρήσει να ερμηνεύσουν το «φαινόμενο Χίτλερ». Ποιο ήταν αυτό το δαιμονικό χάρισμα του ανδρός που του έδωσε τη δύναμη να μετατρέψει ένα πολιτισμένο έθνος με παράδοση στη φιλοσοφία, τις επιστήμες και τη μουσική, σε έναν βάρβαρο στρατό δολοφόνων με έντονα τα χαρακτηριστικά της αλαζονείας, της κτηνώδους σκληρότητας, ακόμα και του σαδισμού;

[Στο σημείο αυτό, θα διαφωνήσω με την άποψη του κορυφαίου αρθρογράφου αυτού του site, Θανάση Γκότοβου, ότι τα εγκλήματα του πολέμου τα διέπραξε μια συγκεκριμένη ομάδα οργάνων του γερμανικού κράτους, και όχι οι Γερμανοί, εν γένει. Και στη διαφωνία μου αυτή, δυστυχώς, δεν είμαι μόνος...]

Σημαντικότερη, όμως, κι από την ίδια την ερμηνεία του «φαινομένου Χίτλερ» είναι η απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσον το φαινόμενο αυτό είναι, εν τέλει, εξηγήσιμο! Τη δυσκολία – αν όχι την πλήρη αδυναμία – επίτευξης μιας τέτοιας εξήγησης αναδεικνύει το εξαιρετικό βιβλίο του Αμερικανού δημοσιογράφου και ιστορικού μελετητή, Ρον Ρόζενμπαουμ (Ron Rosenbaum), «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (Explaining Hitler), το οποίο επιχειρεί – και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο επιτυγχάνει – μια κριτική ανάλυση όλων των ερμηνευτικών προσεγγίσεων πάνω στις αιτίες του Ολοκαυτώματος.

Το (μάλλον μελαγχολικό, από άποψη αναζήτησης ιστορικής αλήθειας) συμπέρασμα είναι ότι καμία απόλυτη ερμηνευτική θέση δεν μπορεί να υπάρξει πάνω στα ίδια τα κίνητρα του Χίτλερ, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο εκείνος κατόρθωσε να «υπνωτίσει» ένα ολόκληρο έθνος, οδηγώντας το πρώτα στο μαζικό έγκλημα και τελικά στην ολική καταστροφή. Μια εναλλακτική προσέγγιση στο θέμα θα ήταν, ίσως, να εστιάσουμε την προσοχή μας όχι τόσο στο τι ήταν ο Χίτλερ, όσο στο τι μίσησε, στο τι πολέμησε

Ένας από τους καλύτερους φίλους μου, δύσκολα κρύβει τη συμπάθειά του για τον Χίτλερ, για τον οποίο λέει πως ήταν μια «παρεξηγημένη» μορφή της Ιστορίας! Τον υπερασπίζεται ακόμα κι όταν του θυμίζω τα εγκλήματα των ναζί στην Ελλάδα, απαντώντας θυμόσοφα ότι «αυτά έχει ο πόλεμος» και ότι οι θηριωδίες αυτές υπήρξαν «δικαιολογημένα» (με τη λογική του πολέμου) αντίποινα για ενέργειες αντιστασιακών ομάδων κατά Γερμανών στρατιωτών (άποψη που, ατυχώς, διατυπώθηκε κάποτε κι από τον μεγάλο φιλόσοφο, ακαδημαϊκό και πολιτικό, Παναγιώτη Κανελλόπουλο…).

Ο φίλος αυτός (κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα συζήτηση) είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που στην Αμερική ονομάζεται «προσωπικότητα Τύπου Α» (Type A personality), με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την έντονη τάση για ανταγωνισμό και την εχθροπάθεια, όπου συχνά ο «εχθρός» αποτελεί επινόηση του ίδιου του ατόμου. Με άλλα λόγια, ο φορέας αυτού του τύπου προσωπικότητας βιώνει ως υπαρξιακή ανάγκη την διαρκή μάχη με πραγματικούς ή επινοημένους εχθρούς. Κι όταν οι πρώτοι απουσιάζουν, του είναι αναγκαίο να εφεύρει τους δεύτερους!

Στο πρόσωπο του Χίτλερ, ο φίλος βλέπει την ενσάρκωση ιδανικών όπως ο εξοντωτικός ανταγωνισμός, ο αγώνας για τη «δίκαιη» επιβολή του ισχυρότερου πάνω στον πιο αδύναμο, και ο θρίαμβος του επικυριαρχικού σοβινισμού (με την κυριολεκτική ή μεταφορική σημασία του όρου) απέναντι στην εξ ορισμού μετριότητα της διαφορετικότητας. Στοιχεία που, για τον φίλο αυτό, αποτελούν θεμελιώδη συστατικά αυτοπροσδιορισμού, ιδιαίτερα στο στίβο όπου κατά κύριο λόγο μετρά τις δυνάμεις του: στο χώρο της δουλειάς του!

Βλέπουμε εδώ ένα παράδειγμα όπου ο Χίτλερ εγκαθίσταται στη συνείδηση ως θετική αξία, όχι όμως σαν δύναμη θέσης αλλά ως δύναμη αντίθεσης. Είναι, δηλαδή, ο μαχητής που βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο, άλλοτε με πραγματικούς εχθρούς, άλλοτε με επινοημένους (π.χ., Εβραίοι). Δεν έχει τόση σημασία το ποιους πολεμά, όση αυτό καθαυτό το γεγονός ότι πολεμά. Και, στο πρόσωπο των εχθρών του, ο θαυμαστής του απεικονίζει τους δικούς του «εχθρούς». Όπως και στους (αρχικούς) θριάμβους του, προβάλλει τους δικούς του μελλοντικούς θριάμβους!

Αν το καλοεξετάσουμε, ως δύναμη αντίθεσης λάτρεψε (ναι, Θανάση Γκότοβε!) τον Χίτλερ κι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας στα χρόνια του μεσοπολέμου. Αντίθεση στην ταπείνωση της ήττας στο Μεγάλο Πόλεμο, στην εξίσου ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών, στην ανικανότητα της νεαρής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης και στοιχειώδη κοινωνική γαλήνη στο γερμανικό λαό… Και, ως προσάναμμα στη φωτιά της αντίθεσης αυτής που τον έφερε στην εξουσία, ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τους Εβραίους – βολικούς αποδιοπομπαίους τράγους για όλα τα δεινά της Γερμανίας!

Είναι γνωστό ότι, στη διάρκεια της Κατοχής, πολλοί «έλληνες» έδρασαν ως συνεργάτες των Γερμανών. Και οι άνθρωποι αυτοί αυτοπροσδιορίστηκαν ως «εθνικόφρονες», τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά. Πώς είναι δυνατό, όμως, να θεωρεί εαυτόν πατριώτη κάποιος που συνεργάζεται με τον εχθρό της πατρίδας του, έναν κατακτητή που προκάλεσε αμέτρητα δεινά και ανείπωτη δυστυχία στο λαό της; Είναι δυνατό, αν πείσει τον εαυτό του ότι ο εχθρός αυτός πολεμάει έναν ακόμα μεγαλύτερο. Εν προκειμένω, τον κομμουνισμό! Έτσι, από καταρχήν εκπροσώπους του κακού, οι δυνάμεις κατοχής μετασχηματίστηκαν στις συνειδήσεις των συνεργατών τους σε «καλοπροαίρετους» επισκέπτες με «παρεξηγημένες» προθέσεις (όπως θα ‘λεγε κι ο καλός φίλος μου). Ο Χίτλερ αναδείχθηκε σε θετική αξία όχι γι’ αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτούς που πολεμούσε!

Πάω μπροστά στο χρόνο. Τέλη δεκαετίας του ’70… Συμφοιτητής στο Πανεπιστήμιο, και καλός φίλος, μου αναγγέλλει με ενθουσιασμό ότι μελετά το Mein Kampf. Τον ρωτώ τι βρίσκει σ’ αυτό, και μου απαντά πως το βιβλίο περιέχει «πολλές και σημαντικές αλήθειες»! Λεπτομέρεια: ο φίλος ανήκε σε φοιτητική παράταξη της «δεξιάς» (όχι, πάντως, της άκρας) η οποία (παράταξη) δεχόταν ανηλεείς επιθέσεις – συχνά σε υβριστικούς τόνους – από την παντοδύναμη, τότε, «αριστερή» παράταξη που κυριαρχούσε απόλυτα στο φοιτητικό χώρο. Αποτέλεσμα αυτής της αντιπαλότητας ήταν η εκκόλαψη φιλοναζιστικών αισθημάτων σε τμήμα της αντικομμουνιστικής νεολαίας. Όχι τόσο από θαυμασμό στη ναζιστική ιδεολογία, όσο λόγω της αντίληψης του ναζισμού ως αντίπαλου δέους στην κυρίαρχη ιδεολογία στο χώρο του Πανεπιστημίου.

Γιατί επανέκαμψε δυναμικά ο (νεο)ναζισμός στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια; Δεν θα πρωτοτυπήσω αν πω ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων τον υποστήριξαν εκλογικά, ελάχιστα γνώριζε ή ενδιαφερόταν να μάθει για το σύστημα ιδεών που παρήγαγε ο Χίτλερ! Το προεξάρχον ζήτημα για τους περισσότερους ήταν η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας λόγω της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης, σε συνδυασμό και με την προκλητική υποβάθμιση του προβλήματος από μερίδα της Αριστεράς. Ασφαλώς (αν και, πιστεύω, δευτερευόντως εν προκειμένω), μεγάλο ρόλο έπαιξαν και οι οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής πολιτικής εξαιτίας του Μνημονίου.

Όλα τα παραπάνω κατέστησαν τις συνειδήσεις μεγάλου αριθμού πολιτών ευάλωτες, και εν τέλει δεκτικές, σε φιλοναζιστικές ρητορείες. Όχι για τις ιδέες καθαυτές του ναζισμού, αλλά για την προθυμία των ιδεολογικών του φορέων να αντιπαρατεθούν δυναμικά με κάποιες πολύ συγκεκριμένες πηγές προβλημάτων που ταλανίζουν τα κομμάτια αυτά της κοινωνίας. Ο ναζισμός, με παντελή απουσία θέσεων, έρχεται και πάλι να διεκδικήσει υπόσταση μέσω των αντιθέσεών του!

Ίσως ο Ρον Ρόζενμπαουμ θα πρέπει να συγγράψει ένα νέο βιβλίο, με τίτλο: «Ερμηνεύοντας τις αντιθέσεις που συμβολίζει ο Χίτλερ». Θα είναι σαν να προσπαθήσει κάποιος να σκιτσάρει με μολύβι μια ανθρώπινη μορφή πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί, όχι απεικονίζοντας απευθείας τα χαρακτηριστικά της αλλά μαυρίζοντας το χαρτί γύρω από τη μορφή και αφήνοντας το χώρο της λευκό. Αν μη τι άλλο, θα αναδειχθεί κάποιο συγκεκριμένο περίγραμμα. Και ίσως, στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας καταλήξει στο αισιόδοξο συμπέρασμα ότι ο Χίτλερ ενδέχεται, τελικά, να είναι «κατανοητός»!

Aixmi.gr