Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το φάντασμα ενός νέου μεσοπολέμου: Μια ματιά στην ξεχασμένη Ιστορία


Από μια πρόσφατη ανάρτηση ενός φίλου στο Facebook έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο, πρωτότυπα δημοσιευμένο σε πολιτική εφημερίδα, το οποίο χαιρέτιζε σε τόνους πανηγυρικούς το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έντονα φορτισμένο – στα όρια του εμπαθούς – ύφος του κειμένου δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας: κάποιοι κυριολεκτικά μισούν την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ή, για να γίνω ακριβέστερος, μισούν αυτή την Ευρώπη που γνωρίζουμε σήμερα.

Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις από το κείμενο: «Φρένο στο 4ο Ράιχ», «νταβατζήδες των αγορών και του Βερολίνου», «αποκρουστικά μαντρόσκυλα της Καγκελαρίας», «ντόπια ζόμπι της ευρωλιγουριάς», «ξεχασμένοι βρυκόλακες της πολιτικής»...

Αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, υπάρχουν πράγματι λόγοι για να μην τρέφει κάποιος ιδιαίτερα θετικά αισθήματα για τη σημερινή ΕΕ. Ο σημαντικότερος αφορά την οικονομική ηγεμονία του Βερολίνου και τις εμμονικές αγκυλώσεις της Γερμανίας στις πολιτικές λιτότητας που έχουν «γονατίσει» μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις πιο αδύναμες, κυρίως, χώρες (μία από αυτές τη γνωρίζουμε από πρώτο χέρι!).

Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μεταναστευτική φιλοσοφία της ΕΕ που ενθαρρύνει τον μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε πολυπολιτισμικές, τη στιγμή που οι κοινωνίες αυτές αισθάνονται να απειλούνται από τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης. Οι φόβοι μάλιστα αυξάνουν δραματικά μετά τα φαινόμενα έξαρσης του θρησκευτικού φανατισμού που έχουν προκαλέσει αμέτρητα θύματα ως τώρα και έχουν θέσει σε συναγερμό όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο πολίτης μπορεί ίσως να μοιραστεί το λιγοστό ψωμί του, σε καμία περίπτωση όμως δεν διαπραγματεύεται το αίσθημα της ασφάλειάς του!

Οι αντι - ευρωπαϊκοί κύκλοι, λοιπόν, υποδέχθηκαν ως πράξη εθνικής αντίστασης την απόφαση του βρετανικού λαού ενάντια, υποτίθεται, σε ένα «αναδυόμενο 4ο Ράιχ» που θέλει να του αμφισβητήσει την εθνική κυριαρχία. Η ιδέα ότι η σημερινή Γερμανία αποτελεί πολιτική και ιστορική συνέχεια της ναζιστικής, δεν μπορεί ασφαλώς να σταθεί ως θέμα σοβαρής συζήτησης! Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι, για κάποιους, η ιστορική περίοδος που διανύουμε παραπέμπει σε εκείνη του μεσοπολέμου (1919 - 1939), όταν η δημοκρατική Ευρώπη (και, ευρύτερα, ο δημοκρατικός κόσμος) ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού και του φασισμού. Με τη Γερμανία να παίζει και πάλι το ρόλο του απόλυτου κακού – τούτη τη φορά όχι με τα όπλα, αλλά με το χρήμα!

Φοβάμαι ότι αυτοί που οραματίζονται και με τόση θέρμη προπαγανδίζουν τη διάλυση «αυτής» της Ευρώπης, συγκρίνοντας ταυτόχρονα το «σήμερα» με τη μεσοπολεμική περίοδο της ανόδου του ναζισμού, εστιάζουν την προσοχή τους σε λάθος μεσοπόλεμο! Ο κατακερματισμός της Ευρώπης, με την πιθανή αναβίωση του ακραίου εθνικισμού και την επανεμφάνιση εθνικών περιχαρακώσεων, ανταγωνισμών και γενικής καχυποψίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, παραπέμπει σε μια άλλη ιστορική περίοδο: εκείνη που μεσολάβησε ανάμεσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870 - 71) και την έναρξη του εφιαλτικού «Μεγάλου Πολέμου» (1914).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη ιστορικούς δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ακόμα και έτσι να ‘ναι, αποτελεί ένα ωφέλιμο δίδαγμα γι’ αυτούς που καλοδέχονται την προοπτική ενός εθνικού απομονωτισμού, θεωρώντας τον συνώνυμο της εθνικής ανεξαρτησίας και αφετηριακή προϋπόθεση εθνικών θριάμβων. Και προσφέρει ένα μάθημα για το πώς μια αλυσίδα λανθασμένων υπολογισμών κι επιλογών μπορεί να οδηγήσει σε μαζική καταστροφή. Πολύ χειρότερη από αυτή που «απεργάζονται» σήμερα – σύμφωνα τουλάχιστον με το σχετικό αφήγημα – το Βερολίνο και τα «μαντρόσκυλά του»!

Έστω και για λόγους ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, λοιπόν, αξίζει να κοιτάξουμε πάνω από έναν αιώνα πίσω, λίγο πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη ήταν ένα συνονθύλευμα εθνικών εγωκεντρισμών και ad hoc συμμαχιών, και ένα πεδίο οικονομικών και στρατιωτικών ανταγωνισμών που υπαγορεύονταν από το αίσθημα εθνικού μεγαλείου και ιστορικής μοναδικότητας της κάθε πλευράς.

Παραθέτουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, το πλέγμα σκοπιμοτήτων κι επιδιώξεων των ευρωπαϊκών χωρών που κατά κύριο λόγο ενεπλάκησαν στον πόλεμο, η έναρξη του οποίου ήταν το αποκορύφωμα ενός μοναδικού στην Ιστορία ντόμινο γεγονότων που άνοιξε τις πύλες της κολάσεως μετά το Σαράγεβο.

Για τη Γαλλία, έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές του δράματος, πρωταρχικός στόχος ήταν να ξεπλύνει τη ντροπιαστική ήττα του 1871 από τους Γερμανούς και να ανακτήσει τις οικονομικά σημαντικές επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Η συμμαχία της με τη Ρωσία (1894) πρόσφερε στη Γαλλία ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα αφού, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η τελευταία θα έπρεπε να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα.

Η Ρωσία, από την άλλη μεριά, πίστευε πως η συμμαχία της με τη Γαλλία θα απέτρεπε μια επιθετική ενέργεια των Γερμανών εναντίον της. Αυτό θα της έλυνε τα χέρια στην επιδίωξη των δικών της επεκτατικών σχεδίων προς το νότο, που περιλάμβαναν την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, το ενδιαφέρον της για τις περιοχές αυτές έθετε τη Ρωσία σε τροχιά σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν άμεσα με τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν κατά κύριο λόγο με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, στη Βοσνία το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η εκεί στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη Σερβία.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Η βοσνιακή κρίση έφερε, όμως, κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας ήταν αβέβαιη ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν απλά μια «συμφωνία κυρίων» που αντιμετώπιζε ζητήματα αποικιακών διαφορών και δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η πολιτική ηγεσία γνώριζε καλά, εν τούτοις, ότι η Βρετανία δύσκολα θα μπορούσε να μείνει ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία πρόσφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης (πράγμα που πέτυχαν, τελικά, οι στρατιές του Χίτλερ αρκετά χρόνια αργότερα).

Πάμε τώρα στην ίδια τη Γερμανία. Ένας παράγοντας που καθόρισε τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε οικονομικά κίνητρα. Αναζητούσε κι αυτή μια θέση στις παγκόσμιες αγορές, όπου είχαν ήδη διεισδύσει και κυριαρχούσαν η Μεγάλη Βρετανία (στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία), η Γαλλία (στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία) και οι Ηνωμένες Πολιτείες (στη Λατινική Αμερική, κυρίως). Σύντομα, η Ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί.

Παράλληλα, η στρατιωτική ελίτ της Γερμανία είχε κι αυτή τα δικά της προβλήματα να επιλύσει, καθώς έβλεπε τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη. Η γαλλο - ρωσική συμμαχία σήμαινε για τη Γερμανία έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μια γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτή του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο συνδυασμός οικονομικής περικύκλωσης και στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, πριν η ολοένα αυξανόμενη αριθμητική δύναμη του γαλλικού στρατού ξεπεράσει αυτήν του γερμανικού, και προτού οι Ρώσοι ολοκληρώσουν τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας τους.

Η ευκαιρία για τους Γερμανούς παρουσιάστηκε, τελικά, στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο, πρωτεύουσα της αυστριακής επαρχίας της Βοσνίας, τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας και τη σύζυγό του. Για να ακολουθήσει το περίπλοκο ντόμινο των γεγονότων που οδήγησε στην κήρυξη του πολέμου και, στη συνέχεια, στην τετράχρονη εφιαλτική εμπειρία του ανθρωποσφαγείου των χαρακωμάτων σε ανατολή και δύση...

Ο λόγος για τον οποίο γυρίσαμε τόσο πίσω το ρολόι της Ιστορίας ήταν να ξαναδούμε μια διαιρεμένη Ευρώπη στις πιο σκοτεινές μέρες του εικοστού αιώνα (λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη, ασφαλώς, και τη μεταγενέστερη εμπειρία της ναζιστικής βαρβαρότητας). Ήταν αυτά ακριβώς τα διδάγματα, μαζί με την επιθυμία των ευρωπαϊκών λαών να μη διαπράξουν ξανά τα ίδια λάθη, που οδήγησαν στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα - βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι και σήμερα υπάρχει ένας άνισος οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύναμους, με θύματα κυρίως τους νέους. Αν αυτή είναι (και πράγματι είναι!) μία παθογένεια του οικοδομήματος, θα πρέπει μέσα στο πλαίσιο του εφικτού να αναζητήσουμε τρόπους να τη θεραπεύσουμε.

Υπάρχει πάντα, βέβαια, και ένας εναλλακτικός δρόμος: να αποφασίσουμε ελαφρά τη καρδία πως το μόνο που αξίζει στον συγκεκριμένο «ασθενή» είναι η ευθανασία! Η Ιστορία μάς χαμογελά ειρωνικά...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο Αρτέμης Μάτσας και οι φιλελεύθερες μεταμφιέσεις της Αριστεράς


Το θυμήθηκα πρόσφατα καθώς ξανάβλεπα το «Νησί των γενναίων»... Σε ραδιοφωνική συνέντευξή του, εκεί κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο αξέχαστος ηθοποιός και θεατρικός σκηνοθέτης Αρτέμης Μάτσας ρωτήθηκε για τη φαινόμενη προτίμησή του σε ρόλους καταδότη και, ιδιαίτερα, συνεργάτη των Γερμανών κατακτητών την περίοδο της Κατοχής.

Η απάντησή του αποκάλυψε μια προσωπική τραγωδία που στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια. Ο ίδιος ο πατέρας του είχε πέσει θύμα προδοσίας στην Κατοχή, που τον οδήγησε στα χέρια των Γερμανών. Τον μετέφεραν στη ναζιστική Γερμανία όπου πέθανε μέσα σε φριχτές συνθήκες σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, ένας ακόμα αριθμός στη μακάβρια λίστα των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Όπως είπε ο Μάτσας, «παίζω τόσο καλά τον καταδότη για να κάνω τον κόσμο να μισήσει τους καταδότες»!

Στον ελληνικό κινηματογράφο εντοπίζει κανείς και άλλες περιπτώσεις ηθοποιών που έπαιξαν ρόλους έξω από το χαρακτήρα τους, ίσως εν μέρει και από κάποια ενδόμυχη διάθεση να κάνουν το κοινό να αντιπαθήσει τα αντίστοιχα κοινωνικά πρότυπα. Ο Μάνος Κατράκης και ο Λυκούργος Καλλέργης διέπρεψαν σε ρόλους σκληρών και αδίστακτων εκπροσώπων της πλουτοκρατίας! Ο Δήμος Σταρένιος έμεινε αξέχαστος για την ατάκα «Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας»... Ο γλυκύτατος και ευγενέστατος Σπύρος Καλογήρου μας έκανε να θυμώσουμε με την «απανθρωπιά» του στην «Κατάχρηση εξουσίας» και στη «Μαρία της σιωπής»...

Όμως, επειδή το καλύτερο θέατρο δεν παίζεται πάντα στα πλατό και στα σανίδια, το ανήσυχο μυαλό του γράφοντος απέδρασε κάποια στιγμή από την κλασική ταινία του Δημήτρη Δαδήρα και τρύπωσε στα σκοτεινά μονοπάτια της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας...

Ένα σχεδόν μεταφυσικό φαινόμενο που προβληματίζει τους πολιτικούς αναλυτές είναι η φαινόμενη «φιλελευθεροποίηση» της ελληνικής Αριστεράς. Σε εκπομπή οικονομικής ανάλυσης του «Αθήνα 984» άκουσα τις προάλλες μία πολύ επιτυχημένη, περίπου χιουμοριστική τοποθέτηση. Έλεγε πάνω - κάτω ότι, σε μια πρόσφατη ομιλία του ενώπιον Ελλήνων βιομηχάνων, ο πρωθυπουργός είπε όλα όσα θα ανέμεναν εκείνοι να ακούσουν από έναν γνήσια φιλελεύθερο (για να αποφύγω τον άκρως δαιμονοποιημένο όρο «νεοφιλελεύθερο») πολιτικό, μην αφήνοντας πλέον τίποτα το ουσιαστικό να προσθέσει ο – δηλωμένα φιλελεύθερος – αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης!

Μεταμορφώθηκε, λοιπόν, η Αριστερά σε φιλελεύθερο κόμμα; Οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της διατείνονται (κι εδώ που τα λέμε, ποιος μπορεί να τους αντικρούσει;) ότι η αριστερή κυβέρνηση εξαναγκάζεται από τους σκληρούς δανειστές να εφαρμόσει, παρά τη θέλησή της, φιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Επειδή όμως η αλήθεια (τουλάχιστον στην ολότητά της) δεν βρίσκεται πάντα στο προφανές, αναζήτησα και ένα δεύτερο επίπεδο «ανάγνωσης» των επιφαινομένων.

Έπλασα, λοιπόν, έναν φανταστικό, μεταφυσικό πολιτικό διάλογο με τον πολύ συμπαθή σε εμένα Αρτέμη Μάτσα. Και τον ρώτησα ποιος, κατά τη γνώμη του, θα ήταν ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος να δυσφημίσει κάποιος τον (νεο-)φιλελευθερισμό σε μια χώρα. Να τι μου αποκρίθηκε:

«Αν ήμουν ηγέτης ενός πολιτικού χώρου που όφειλε την ύπαρξή του στην πίστη σε μια ανεφάρμοστη ιδεολογία, και είχα τον διακαή πόθο να δυσφημίσω ένα άλλο πολιτικό και οικονομικό σύστημα και να το αποκαθηλώσω οριστικά στις συνειδήσεις των ανθρώπων, θα προσπαθούσα να πάρω στα χέρια μου την εξουσία και να το εφαρμόσω ο ίδιος. Θα ήταν μια αληθινά επαναστατική πράξη πολιτικής αυτοθυσίας!»

Ομολογώ ότι, όσο κι αν αρχικά με ξάφνιασε η ιδέα, τελικά μου φάνηκε ιδιοφυής! Δεν γνωρίζω, βέβαια, κατά πόσον περιγράφει στ’ αλήθεια την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και διερμηνεύει ορθά πολιτικές σκοπιμότητες και προθέσεις. Ας πούμε ότι, αν μη τι άλλο, είναι ένα ενδιαφέρον σενάριο πολιτικής φαντασίας.

Εξ άλλου, όπως είναι γνωστό σε ολόκληρη την οικουμένη, σε τούτο εδώ τον τόπο η φαντασία βρίσκεται πάντα στην εξουσία (με όλο το σεβασμό στις ιστορικές περιστάσεις που γέννησαν το σχετικό σύνθημα). Κατά φαντασία παράγουμε, κατά φαντασία ευημερούμε, κατά φαντασία διαπραγματευόμαστε, κατά φαντασία μεταρρυθμιζόμαστε και κατά φαντασία εκσυγχρονιζόμαστε!

Και – για να μην το ξεχάσω – κατά φαντασία (με την προσήκουσα, τουλάχιστον, σοβαρότητα) αρθρογραφούμε...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 18 Ιουνίου 2016

Γιατί δεν κατέβηκα στο Σύνταγμα...





Ήταν σχεδόν ένας χρόνος πριν... Τρίτη, τελευταία μέρα του Ιούνη... Όλοι ξέραμε ότι θα βρέξει δυνατά το απόγευμα. Μα δεν ήταν ώρα για λιποψυχίες, όχι μια βροχή αλλά κι έναν κατακλυσμό ολόκληρο θα μπορούσε εκείνη τη μέρα να αψηφήσει κανείς!

Στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα δημιουργήθηκε από νωρίς το αδιαχώρητο. Ήταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της πόλης, που τους είχε σπρώξει εκεί η κοινή αγωνία για το μέλλον μιας χώρας που έμοιαζε υπνωτισμένη και παραδομένη στα χέρια μιας άγριας συμμορίας φανατικών που την έσερναν χαρωποί κι ανέμελοι προς το γκρεμό, έτσι όπως οι τρομοκράτες σέρνουν μαζί στο θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπων που τυχαίνει να βρεθούν στο δρόμο τους. Μόνο που εδώ το συναπάντημα δεν ήταν έργο της μοίρας, μα της αφροσύνης...

Εκείνο το σαββατοκύριακο που προηγήθηκε είχαμε ξυπνήσει, εντελώς απροετοίμαστοι, σε μια χώρα αλλιώτικη. Μια χώρα έτοιμη να αυτοκτονήσει μέσα σε μία εβδομάδα, έχοντας μόλις αποφασίσει τη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος που αντιστέκεται ως σήμερα σε κάθε απόπειρα λογικής ερμηνείας.

Μάθαμε πως η ζωή που ξέραμε, και ό,τι ως πριν θεωρούσαμε δεδομένο κι αυτονόητο, είχαν χαθεί ξαφνικά. Αρκούσε το αυτάρεσκο νεύμα ενός νάρκισσου γητευτή με επιτηδευμένα ανορθόγραφο όνομα, το αφελές χαμόγελο ενός μικρού μαθητευόμενου μάγου που βρέθηκε σε μια καρέκλα πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθός του, οι υστερικές κραυγές μιας πολιτικής κόρης με εξουσίες αυτόκλητου εθνικού δικτάτορα, και οι παρανοϊκές φαντασιώσεις ενός νεο-σταλινικού υποψήφιου κουρσάρου του εθνικού νομισματοκοπείου, για να αμφισβητήσουν το δικαίωμα στη ζωή που μας ανήκε.

Κι επειδή ούτε για μια στιγμή πιστέψαμε ότι το δικαίωμα αυτό μπαίνει σε διαπραγμάτευση, κινήσαμε αυθόρμητα, χωρίς να δεχθούμε «καπελώματα» από κομματικούς «τσοπαναραίους» και πολιτικούς καθοδηγητές, για να ενώσουμε τις φωνές μας (ή έστω, τις απλές παρουσίες μας) εκφράζοντας την κοινή αγωνία για το αύριο μιας χώρας που φαινόταν ανήμπορη να σταματήσει το βαγόνι που την οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις χωματερές της Ιστορίας.

Κάποιοι, εκπρόσωποι του τότε πλειοψηφικού ρεύματος, μας ειρωνεύτηκαν ή και μας χλεύασαν. Ο απαξιωτικός νεολογισμός «μενουμευρώπη» δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα social media αλλά και σε σοβαρά ειδησεογραφικά sites, διατηρώντας την ισχύ του ως σήμερα και παίρνοντας σιγά-σιγά το χαρακτήρα δόκιμου όρου στην πολιτική ορολογία.

Υπήρξαν και κάποιοι ενάντιοι που μεταχειρίστηκαν ακόμα και το όπλο της δυσφήμισης, αν όχι της απροκάλυπτης συκοφαντίας. Με αφορμή μία υπέρμετρα διακινηθείσα – και βάναυσα παρερμηνευμένη – φωτογραφία δημόσιας οινοποσίας στην πλατεία Συντάγματος, ακούστηκε πως οι αγωνιούντες για το αύριο της χώρας ήταν απλά οι «βολεμένοι» (κατά προτίμηση, του Κολωνακίου ή των βορείων προαστίων) που αρνούνταν να «ξεβολευτούν»! Κάποιος χαρισματικός μαρξιστής αρθρογράφος σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο το έθεσε κομψότερα, δίνοντας μια ηρωική διάσταση στον εθνικό διχασμό των ημερών εκείνων: Ήταν ένας πόλεμος, έγραψε, ανάμεσα σε εκείνους που είχαν κάτι να χάσουν και εκείνους που δεν είχαν να χάσουν τίποτα, αφού ούτως ή άλλως τίποτα δεν είχαν! Είναι να αναρωτιέται κανείς αν οι ιδεολογικές εμμονές επιτρέπουν, τελικά, ακόμα και τη στοιχειώδη επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα...

Ερχόμαστε σιγά-σιγά στο σήμερα. Ο ένας χρόνος που μεσολάβησε από τον Ιούνιο του ’15 υπήρξε πολιτικά «πυκνός» – όπως θα ’λεγε κι ο αξέχαστος Βαγγέλης Καργούδης. Το περίφημο δημοψήφισμα αποδείχθηκε, τελικά, παρωδία και ο πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης ήταν πύρρεια νίκη. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες η ίδια αυτή κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο και το εν δυνάμει καταστροφικό της πολιτικής της, έκανε μια αναγκαστική – αλλά σε κάθε περίπτωση εντυπωσιακή – στροφή προς τον ρεαλισμό, και η χώρα σώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την οριστική χρεοκοπία και το σκοτεινό «αύριο» των συσσιτίων και των ντροπιαστικών αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας!

Για εμάς που είχαμε κατέβει υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σύνταγμα, ήταν μια κάποια δικαίωση. Από τα ίδια τα πράγματα, βέβαια, όχι από τη ρητορεία των φανατικών, που συνέχισαν να πιπιλούν με χλευαστική διάθεση την καραμέλα των «μενουμευρωπαίων», λες και επρόκειτο για εχθρούς της κοινωνίας και της πατρίδας, ή λες και οι χλευάζοντες δεν είχαν αντιληφθεί τον πολιτικό αναθεωρητισμό εκείνων που οι ίδιοι είχαν αναδείξει – και έμελλε να αναδείξουν εκ νέου – στην εξουσία.

Πρόσφατα έλαβε χώρα ένα πολιτικό κάλεσμα και μία συνάθροιση, πάλι στο Σύνταγμα, με κεντρικό σύνθημα τούτη τη φορά το «Παραιτηθείτε!». Κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για επανεμφάνιση του κινήματος των γνωστών «μενουμευρώπη», ταυτίζοντας αξιωματικά τους συμμετέχοντες στη συγκέντρωση αυτή με εκείνους που στο δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού τάχθηκαν με το φιλο-ευρωπαϊκό «ΝΑΙ». Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ασημαντότητά μου (και σίγουρα δεν είμαι ο μοναδικός που ζητά να πάρει θέση επί του θέματος) οφείλω να κρατήσω τις δέουσες αποστάσεις...

Το περασμένο καλοκαίρι, το αίτημα που έβγαλε κάποιους στους δρόμους ήταν εθνικό. Μπροστά μας υπήρχε το φάσμα του ολικού αφανισμού της χώρας, κι αυτό που ζητούσαμε τότε από την κυβέρνηση ήταν να ακούσει τις φωνές αγωνίας του κόσμου και να συμπορευτεί επιτέλους με τη λογική.

Φέτος, αντίθετα, το αίτημα – όπως μαρτυρά και το κεντρικό σύνθημα – ήταν κατεξοχήν πολιτικό. Θα πρόσθετα, μάλιστα, και πολιτικά αδιέξοδο. Γιατί, η παραίτηση οποιασδήποτε κυβέρνησης αυτονόητα συνεπάγεται εκλογές σε μια χώρα που στερείται κουλτούρας ευρύτερων (πλην συγκυριακών και εξ ανάγκης) πολιτικών συνεργασιών. Υπάρχει κανείς που να πιστεύει σήμερα ότι μία ακόμα εκλογική διαδικασία, την οποία ούτως ή άλλως είναι αμφίβολο αν θα άντεχε πλέον η εθνική οικονομία, θα έλυνε το παραμικρό πρόβλημα σε μια χώρα που έχει αναφανδόν εκχωρήσει το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας; Ποια νέα κυβέρνηση, με οσοδήποτε ισχυρή λαϊκή εντολή, θα τολμούσε να αποκλίνει από τους δρόμους που χάραξαν οι αμείλικτοι δανειστές και αναγκαστικά συνυπέγραψαν όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις από την έναρξη της κρίσης;

Μιλώντας καθαρά προσωπικά, ένα σύνθημα που θα μπορούσε πια να με βγάλει στους δρόμους είναι «Συνεργαστείτε!». Ξεπεράστε, δηλαδή, επιτέλους τις κομματικές διαχωριστικές γραμμές σας και αναζητήστε πολιτικές συνθέσεις και εθνική συνεννόηση, μήπως και μπορέσουμε έτσι να βγούμε νωρίτερα από την κρίση.

Όχι, το σύνθημα «Παραιτηθείτε!» ομολογώ δεν με ξεσήκωσε τόσο ώστε να αποφασίσω να αποδράσω από την απογευματινή καλοκαιρινή ραστώνη. Και δεν έφταιγε γι’ αυτό η ζέστη, τα μέσα μεταφοράς ή το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Ήταν μόνο η προ πολλού απολεσθείσα αφελής πίστη μου ότι η εναλλαγή μιας (όποιας) μονοκομματικής εξουσίας (ή, έστω, μιας εξουσίας βασισμένης σε μία ετεροβαρή και προσχηματική συνεργασία) με μια άλλη παρόμοια, θα μπορούσε να βγάλει τον τόπο από την κρίση. Μια κρίση για την οποία, ας μην κρυβόμαστε, όλοι βάλαμε ένα χεράκι, άλλος μικρό κι άλλος μεγάλο – για να αισθανθεί δικαιωμένος και ένας ευτραφής πρώην υπουργός που τόλμησε κάποτε να προβεί στο αδιανόητο για τούτη εδώ τη χώρα: να διατυπώσει δίχως προσχήματα το αυτονόητο!

Σε ό,τι με αφορά, λοιπόν, μένω με τις μνήμες ενός βροχερού απογεύματος στο τέλος του Ιούνη του 2015. Ξαναβλέπω τις λασπωμένες πατημασιές που ολοένα πυκνώνουν στα σκαλιά του μετρό στο Σύνταγμα, ακούω και πάλι τις εναγώνιες πολιτικές συζητήσεις του απλού κόσμου και τα περιρρέοντα σενάρια τρόμου να παίρνουν και να δίνουν κάτω από πρόχειρα υπόστεγα, φωνάζω ξανά τον πλανόδιο ομπρελά για να προλάβω να αγοράσω εκείνη την τελευταία ροζ ομπρέλα, αφού η γυναίκα μου αμέλησε, ως συνήθως, να πάρει μαζί τη δική της...

Όσο για εσάς, αγαπητοί μου Αλέξη, Κυριάκο, Φώφη, Σταύρο, Πάνο και λοιποί δημοκρατικοί συγγενείς, αν πρόκειται για τον καθένα σας ξεχωριστά, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω! Όταν αποφασίσετε να υπερβείτε τα κομματικά «εγώ» σας και να βαδίσετε όλοι μαζί για το καλό του τόπου, παρακαλώ ξυπνήστε με. Ακόμα και μόνος θα κατέβω, αν χρειαστεί, στο Σύνταγμα ή όπου αλλού εσείς μου υποδείξετε. Μέχρι τότε, αφήστε με στην ησυχία μου και... «άντε γεια!», που λέει και μια ασπροκόκκινη ψυχή εκεί στο λιμάνι...

-------------------------------------------

* Επί του πιεστηρίου: Καθώς γράφονταν τούτες οι γραμμές, έλαβα από τη φίλη Ελένη Αθανασούλη ένα άρθρο – τοποθέτηση πάνω σε πρόσφατο, σύντομο σχολιασμό μου σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, όπου καθιστούσα σαφή τη θέση μου για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Αν και άκρως αιχμηρό – και, σε ό,τι με αφορά (έστω και αν δεν κατονομάζομαι ευθέως) ιδιαίτερα σκληρό – το κείμενο είναι ενδιαφέρον και αξιόλογο και αξίζει να διαβαστεί! Δείτε το εδώ:

http://www.logiosermis.net/2016/06/blog-post_34.html

Aixmi.gr

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Σεξισμός και κοινωνική εμπάθεια στο δημοτικό ραδιόφωνο


Πρωί Παρασκευής 10/6/2016... Εκπομπή οικονομικής ενημέρωσης στον δημοτικό ραδιοφωνικό σταθμό της πρωτεύουσας τριτοκοσμικής χώρας... Παρουσιαστές, οι δύο από τους τρεις τακτικούς παραγωγούς της εκπομπής (ένα μέλος της ραδιοφωνικής «τρόικας» εκτάκτως απουσιάζει)...

Στο ξεκίνημα της εκπομπής οι παρουσιαστές μιλούν χαλαρά, σαν δυο παλιόφιλους που τα πίνουν σε κάποια ταβέρνα έχοντας ήδη καταναλώσει μερικές μπύρες. Αναφερόμενος στην επικείμενη έναρξη του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου το βράδυ της ίδιας μέρας, ο ένας εξ αυτών, με εκείνη τη χαρακτηριστική άνεση που φανερώνει την απόλυτη αυτεπίγνωση μιας macho μαγκιάς, ακούγεται να λέει, επί λέξει, τα εξής:

«Ευκαιρία για τις κυρίες να κάνουν καμιά βόλτα μόνες τους... Άμα είσαι single (σ.σ: αναφέρεται σε άντρα) και θέλεις να... αυτό... (εμφανής εδώ ο σεξουαλικός υπαινιγμός) οι καλύτερες μέρες να βγεις έξω μήπως... αυτό... είναι όταν έχει μπάλα το βράδυ. Γιατί, κυκλοφορούν παντρεμένες μόνες τους!»

Μετά το αρχικό «καλαμπούρι», η συζήτηση σοβάρεψε και στράφηκε στα οικονομικά. Κάποια στιγμή, ο έτερος παρουσιαστής βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει κι αυτός το ταλέντο του, βγάζοντας με τον γνώριμο εμπαθή και σαρκαστικό του τόνο τη συνήθη χολή κατά του συνόλου των δημοσίων λειτουργών της χώρας, στους οποίους κατά κανόνα – και χωρίς κανένα διαχωρισμό – αναφέρεται σαν να πρόκειται για κοινωνικά απόβλητα!

Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι πως, κάποια στιγμή λίγο αργότερα, ο ίδιος παρουσιαστής σχολίασε την τάση που υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε «εχθρούς» και «φίλους», σε «εμάς» και τους «άλλους». Προφανώς έχουμε να κάνουμε με ένα είδος μανιχαϊσμού «αλά καρτ»...

Αν το εναρκτήριο οιονεί χιούμορ της εκπομπής – αποθέωση του σεξιστικού κιτς – ήταν απλά ένα στιγμιαίο ολίσθημα (που αποτελεί, ασφαλώς, προσβολή για όλους τους ακροατές και αδικεί τη γενικότερη αισθητική του σταθμού), δεν μας είναι εύκολο να είμαστε δεκτικοί απέναντι στον εμπαθώς εκφερόμενο λόγο που συστηματικά απαξιώνει και χλευάζει αδιακρίτως μία ολόκληρη τάξη εργαζομένων, ενώ παράλληλα ενσπείρει (ή, έστω, ενθαρρύνει) τον διχασμό σε μια κοινωνία που έφτασε ήδη στα όρια της αντοχής της μετά από πολύχρονη οικονομική κρίση.

Το να αναδεικνύει κάποιος τις παθογένειες του δημόσιου τομέα της χώρας είναι όχι μόνο αποδεκτό αλλά και απολύτως αναγκαίο, ιδιαίτερα μάλιστα στο πλαίσιο μιας σοβαρής οικονομικής ανάλυσης (όπως αυτή που, για να είμαστε δίκαιοι, κατά τα άλλα απολαμβάνει ο ακροατής της εν λόγω εκπομπής). Όπως, όμως, δεν είναι διανοητό να συκοφαντεί κανείς, π.χ., το σύνολο των γιατρών λόγω του ελεεινού συστήματος δημόσιας υγείας, ή το σύνολο των δασκάλων φορτώνοντάς τους την ευθύνη για όλα τα κακώς κείμενα στην εκπαίδευση, έτσι είναι και απολύτως απαράδεκτο να στοχοποιείται συλλήβδην μία ολόκληρη τάξη εργαζομένων επειδή ένα κομμάτι της (αν θέλετε, όχι αμελητέο) οφείλει την ύπαρξή του σε διαχρονικές αμαρτωλές πολιτικές σκοπιμότητες ποικίλλων κομματικών αποχρώσεων.

Το να μιλά κανείς απαξιωτικά και αδιακρίτως για «πελάτες του συστήματος» αναφερόμενος σε ένα ευρύ (έστω, αδικαιολόγητα ευρύ!) τμήμα της κοινωνίας, προβάλλοντάς το σαν κοπάδι άχρηστων ζώων που ευτύχησαν να έχουν μια προνομιακή – είναι αλήθεια – σχέση εργασίας, αποτελεί ύβρη για εκείνους που υπηρετούν με ευσυνειδησία και συνέπεια το δημόσιο λειτούργημα που τους έχει ανατεθεί. Ακόμα και αν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, αυτοί αποτελούν τη μειοψηφία στο «κοπάδι»...

Δημόσιοι λειτουργοί δεν είναι μόνο κάποιοι αντικειμενικά υπεράριθμοι που αξιοποίησαν μια πολιτική γνωριμία για να βολευτούν σε κάποια θεσούλα στη δημόσια διοίκηση, ούτε μόνο οι τύραννοι των συντεχνιακών συμφερόντων που ταλαιπωρούν κάθε λίγο την κοινωνία. Ως «πελάτες» στοχοποιούνται (αφού ουδείς εννοιολογικός διαχωρισμός επιχειρείται από τους κριτές) και κάποιοι άλλοι εργαζόμενοι – κάθε άλλο παρά καλοπληρωμένοι – που αγωνίζονται, συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες, για να κρατήσουν την κοινωνία ζωντανή και τη χώρα όρθια. Άνθρωποι όπως γιατροί, εκπαιδευτικοί, μηχανικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες, και τόσοι άλλοι (εξαιρώ τους ασυνείδητους που, δυστυχώς, υπάρχουν σε κάθε τάξη εργαζομένων), των οποίων το έργο είναι τόσο ανεκτίμητο ώστε και αυτός τούτος ο μισθός να μην είναι παρά μια μορφή οφειλόμενης από την Πολιτεία συμβολικής «αποζημίωσης»!

Κατανοώ ότι η ακροαματικότητα μιας εκπομπής στα ΜΜΕ είναι ευθεία συνάρτηση του βαθμού στον οποίο ο λόγος της είναι αρεστός στον μέσο ακροατή ή θεατή. Υπάρχει όμως και μία ηθική προϋπόθεση: η ικανοποίηση ενός μέρους του κοινού να μην συνεπάγεται τον κανιβαλισμό εις βάρος ενός άλλου. Τούτο ισχύει ακόμα περισσότερο αν πρόκειται για δημοτικά (ή, εν γένει, δημόσια) ΜΜΕ, στη λειτουργία των οποίων συμβάλλουν όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες, ανεξάρτητα από προσωπικά δεδομένα όπως η πολιτική ιδεολογία ή το είδος της εργασίας του καθενός.

Σε ό,τι αφορά ειδικά την ραδιοφωνική εκπομπή στην οποία αναφερθήκαμε, θα πρέπει να συστήσουμε μεγαλύτερη μετριοπάθεια στον ένα, τουλάχιστον, εκ των τριών παραγωγών, του οποίου ο εμπαθώς και με ιδιαίτερο φανατισμό εκφερόμενος λόγος υπονομεύει την αξιοπιστία των απόψεων που ο ίδιος διατυπώνει. Ακόμα και εκείνων των απόψεων με τις οποίες θα μπορούσε κάποιος να συμφωνήσει καταρχήν!

Και, τέλος, τα σεξιστικά καλαμπούρια – ιδιαίτερα εκείνα που παραβιάζουν κάθε έννοια ευπρέπειας και προσβάλλουν την αισθητική των ακροατών – είναι ιδανικά για την αντροπαρέα που χαλαρώνει στο μπαρ με μερικά «ποτάκια». Καλό θα ήταν, λοιπόν, να μένουν εκεί...

Aixmi.gr

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Το μαρτύριο της σταγόνας...



Ξεκινώ τούτο το σημείωμα με ένα «επίκαιρο» κείμενο:

------------------------------------------------

Η έκφραση «το μαρτύριο της σταγόνας», που έλκει την καταγωγή της από τον (εσφαλμένα θεωρούμενο ως Κινεζικό) τρόπο βασανισμού κρατουμένου με το συνεχές αλλά ακανόνιστο στάξιμο νερού στο μέτωπό του, χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάθε αργή και βασανιστική διαδικασία στην οποία μας υποβάλλουν. Τα τελευταία χρόνια η έκφραση αυτή έγινε ταυτόσημη με την ολοένα κλιμακούμενη αγωνία ενός ολόκληρου έθνους για το ίδιο του το «αύριο»...

«Το μαρτύριο της σταγόνας για τη δόση» είναι ο – καθόλου πρωτότυπος πλέον – τίτλος αναρίθμητων άρθρων στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Ένα μαρτύριο στο οποίο μας υποβάλλουν οι «σαδιστές» Ευρωπαίοι εταίροι μας για να μας «τιμωρήσουν» που τολμήσαμε, εμείς οι άλλοτε «ξυπόλυτοι», να περνάμε τόσο καλά όσο αυτοί! Εγώ λοιπόν, ως πολίτης αυτής της κολασμένης χώρας, έχω να καταθέσω μια εναλλακτική άποψη.

Υφίσταμαι το μαρτύριο της σταγόνας:

– Από τα διαρκώς απεργούντα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς που, ενώ τα προπληρώνω κάθε μήνα, με υποχρεώνουν κάθε τρεις και λίγο να αναζητώ – συχνά μάταια – τρόπο να μεταβώ στην εργασία μου, από την οποία δεν διανοούμαι καν να απουσιάσω...

– Από τους επίσης συχνά απεργούντες δημοτικούς υπαλλήλους της πόλης μου, που με αναγκάζουν να ζω μέσα σε έναν διαρκή, απέραντο και ανθυγιεινό σκουπιδότοπο...

– Από τους ερασιτέχνες κυβερνώντες, που δεν μπορούν, επιτέλους, να καταλήξουν σε ένα οριστικό σχέδιο αφαίμαξης και τελικής εξόντωσής μου, χωρίς εγώ, ο συνδικαλιστικά απροστάτευτος εργαζόμενος, να έχω την παραμικρή δυνατότητα ένστασης, πόσο μάλλον αντίδρασης...

– Από τα Μέσα Ενημέρωσης (μηδενός εξαιρουμένου) που έχουν αναγάγει σε άσκηση σαδισμού την καθημερινή τακτική να ενσπείρουν τον πανικό, αναγκάζοντάς με να ξεκινώ τη μέρα μου μέσα σε ανείπωτη αβεβαιότητα και δυσβάσταχτη κατάθλιψη...

– Από εμένα τον ίδιο, που ζητώ από όλους τους άλλους να απαλλαγούν από ριζωμένες νοοτροπίες αμέτρητων δεκαετιών, χωρίς να δώσω πρώτος το καλό παράδειγμα!

Αν παρέλειψα κάποιους, ας μου συγχωρήσουν την τιμή που (δεν) τους έκανα. Ούτως ή άλλως, στον ίδιο πάτο του ίδιου βαρελιού θα καταλήξουμε όλοι αν συνεχίσουμε την αυτοκαταστροφική πορεία μας. Κι εκεί πια, κι αυτή ακόμα η σταγόνα θα είναι πολυτέλεια...

------------------------------------------------

Το πιο πάνω κείμενο θα μπορούσε να είχε γραφτεί μόλις χθες, καθώς ζούμε και πάλι τούτες τις μέρες το γνωστό «μαρτύριο της σταγόνας» περιμένοντας από τους εταίρους μας να εγκρίνουν κάποια επείγουσα δόση ενός δανείου. Μια δόση που όλο έρχεται και, ως συνήθως, όλο αναβάλλει την άφιξή της μέχρι να εκπληρώσουμε τις προϋποθέσεις που εμείς οι ίδιοι συνυπογράψαμε.

Βέβαια, είναι αλήθεια ότι βιώνουμε τώρα τη συνδικαλιστική βία σε πολύ ηπιότερες μορφές. Εξ άλλου, οι στρατοί των οργανωμένων συντεχνιακών συμφερόντων εκπλήρωσαν ήδη την αποστολή τους φέρνοντας τους εκλεκτούς τους στην εξουσία. Τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κινούνται πια με μεγαλύτερη κανονικότητα σε σχέση με πριν, ενώ κι η πόλη μου έχει καιρό να πνιγεί στα σκουπίδια. Από την άλλη μεριά, η αναλγησία της εξουσίας απέναντι σε εκείνους που δεν μπόρεσαν να βρουν μια θέση κάτω από την προστατευτική ομπρέλα του συστήματος, καλά κρατεί...

Το σύντομο άρθρο που παρέθεσα πιο πάνω το ξαναείδα χθες τυχαία ενώ «ξεσκόνιζα» κάτι παλιά αρχεία. Ομολογώ πως το είχα κι ο ίδιος ξεχασμένο! Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για κάτι αξιοπρόσεκτο, έχει όμως προσωπική ιστορική σημασία καθώς ήταν το πρώτο, διστακτικό κείμενο ενός σχετικά ατάλαντου αρθρογράφου στο «Βήμα», λίγο πριν αυτός «μετακομίσει» οριστικά εκεί μετά το κλείσιμο της «Ελευθεροτυπίας». Ήταν Οκτώβριος του 2011...

Θυμάμαι εκείνη την εποχή κάποιον βουλευτή της τότε συμπολίτευσης που αυτομόλησε στην (τότε) αντιπολίτευση, για να επιβραβευθεί αργότερα με υπουργικό αξίωμα από το σημερινό καθεστώς. Σε ομιλία του στη Βουλή κατά την ψήφιση κρίσιμου νομοσχεδίου, ακούστηκε να λέει: «Δεν δέχομαι να γίνει η χώρα μου σαν τον πρεζάκια που περιμένει διαρκώς την επόμενη δόση του!» Εξηγούσε με τον τρόπο αυτό γιατί επρόκειτο να καταψηφίσει τον νόμο, παρά τις προφανείς συνέπειες που θα είχε μία συνολική καταψήφισή του για την οικονομική επιβίωση της χώρας.

Ήταν η εποχή που δεν κόστιζε τίποτα να το παίζει κανείς «ήρωας» – εκτός βέβαια αν κρατούσε στα χέρια του την καυτή πατάτα της εξουσίας. Το να λες «όχι» σε όλα είναι το μόνο εύκολο σε μια χώρα όπου ο πολιτικός λαϊκισμός είναι περίπου το κύριο εθνικό προϊόν. Το κακό είναι ότι το προϊόν αυτό δεν μπορεί να εξαχθεί μα προορίζεται αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση. Έτσι, ελάχιστα μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση μιας οικονομικής κρίσης...

Δεν ανήκω σε εκείνους που αρέσκονται να υπενθυμίζουν μνησίκακα στο παρόν σύστημα εξουσίας τις (με γνώμονα το κατά καιρούς πολιτικό του συμφέρον) ασυνέπειες λόγων και έργων του. Αν οι ασυνέπειες αυτές αφορούν, τελικά, την προσγείωση των κυβερνώντων στον κόσμο του πραγματικού, τότε καλώς οι τελευταίοι αποδείχθηκαν εκ των υστέρων ασυνεπείς!

Αυτό που δεν θα μάθουμε ποτέ, εν τούτοις, είναι το κατά πόσον πρόκειται απλά για την εμπειρική αφύπνιση ενός αθώου και άβγαλτου παιδιού ή, αντίθετα, για την καιροσκοπική και καλά υπολογισμένη μετάλλαξη ενός πολιτικού χαμαιλέοντα. Όμως, για να πω την αλήθεια, είμαι πολύ κουρασμένος για να το ψάξω. Κι ελάχιστα με ενδιαφέρει πια...

Aixmi.gr

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το σύνδρομο Μπεν-Χουρ και το πολιτικό σύστημα

Στην κλασική ταινία «Μπεν - Χουρ» (Ben - Hur, 1959) ο Πρόξενος Quintus Arrius, κυβερνήτης Ρωμαϊκής γαλέρας, ακούγεται να λέει απευθυνόμενος στον ήρωα της ιστορίας, ο οποίος έχει άδικα καταδικαστεί να τραβά κουπί ως κοινός σκλάβος αλυσοδεμένος πάνω στο πολεμικό πλοίο:

«Τα μάτια σου είναι πλημμυρισμένα από μίσος. Αυτό είναι καλό για σένα! Το μίσος κρατά έναν άντρα ζωντανό. Του δίνει δύναμη.»

Το μίσος, λοιπόν, ως προϋπόθεση κι ως μέσο αυτοσυντήρησης! Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσοι από τους εκπροσώπους του μεταπολιτευτικού πολιτικού μας συστήματος (για να μην πάω πιο πίσω) έχουν υπόψη αυτή τη σκηνή από τη διάσημη χολιγουντιανή ταινία, όμως όλοι σχεδόν δείχνουν να έχουν αφομοιώσει a priori τα διδάγματά της. Γιατί, το μίσος για τον πολιτικό και ιδεολογικό αντίπαλο είναι αυτό που διαχρονικά νοηματοδοτεί την ύπαρξη κάθε κομματικού χώρου – ιδιαίτερα όταν αυτός στοχεύει στην εξουσία – και δικαιώνει την παρουσία του στην πολιτική σκηνή.

Βέβαια, η πολιτική φέρει το DNA του γενικότερου ελληνικού χαρακτήρα και δεν μπορεί παρά να κουβαλά και τις παθογένειές του. Μία από αυτές είναι η στα όρια της διαστροφής εχθροπάθεια του Έλληνα, που τον ωθεί να αναζητά διαρκώς «εχθρούς», θαρρείς για να δικαιολογήσει την ίδια του την ύπαρξη μέσα στην Ιστορία. Έτσι, ο λαός που δίδαξε στον κόσμο τον πολιτισμό, κατάντησε να ετεροπροσδιορίζεται μέσω όσων κατά καιρούς επιλέγει να εκπροσωπούν τους δαίμονες που υποτιθέμενα απεργάζονται την καταστροφή του!

Ποιος θα ξεχάσει τα συλλαλητήρια και τη γενικότερη εθνική υστερία των αρχών της δεκαετίας του ’90 όταν, τη στιγμή που οι χώρες της ηπείρου έθεταν τα θεμέλια της ενωμένης Ευρώπης, η τότε ελληνική κυβέρνηση επέλεξε εκούσα - άκουσα να απασχολεί μονομανώς τις θεσμικές διαδικασίες με ένα ήσσονος σημασίας τοπικό βαλκανικό ζήτημα; Και όλα αυτά επειδή ο αφελής κι ανιστόρητος ονοματολογικός αυτοπροσδιορισμός μιας μικρής γειτονικής χώρας πήρε στη γόνιμη ελληνική φαντασία τις διαστάσεις ολικής εθνικής απειλής!

Και, φυσικά, είναι ακόμα δυσκολότερο να ξεχάσει κανείς τις πιο πρόσφατες εθνικές ψυχώσεις μας, που έφτασαν στο σημείο να παραβάλλουν τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές μας με τους... ναζί κατακτητές της Κατοχής, και τους πολιτικούς που συνυπέγραψαν τα αυτονοήτως αναγκαία για τον δανεισμό μνημόνια, με τους δωσίλογους και τους εθνικούς προδότες της εποχής εκείνης!

Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής, η εθνικά διχαστική εχθροπάθεια ήταν πάντα το καύσιμο που συντηρούσε τα κόμματα εξουσίας (ή εν δυνάμει εξουσίας). Και, αν τα αλησμόνητα «πράσινα» και «μπλε» καφενεία, ή οι πιο πρόσφατες «άνω» και «κάτω» πλατείες, αποτελούν τη φαιδρή όψη του πολιτικού φαινομένου, υπάρχει μια πολύ σοβαρότερη πλευρά του που κόστισε ακόμα και ανθρώπινες ζωές: Νίκος Τεμπονέρας... Νεκροί από πυρκαγιά στο κατάστημα «Κ. Μαρούσης»... Νεκροί από το ολοκαύτωμα στη «Marfin Bank»...

Το μότο των ελληνικών κομμάτων που διεκδικούν την κατάκτηση ή τη διατήρηση της εξουσίας, είναι τόσο τετριμμένα αυτονόητο που μοιάζει γελοίο: «Ψηφίστε εμάς για να μην έρθουν (ή να μη μείνουν) στην εξουσία οι άλλοι!» Γιατί, οι «άλλοι» είναι πάντα οι «κακοί» της ιστορίας, ο μισητός «δράκος» του εγχώριου κομματικού παραμυθιού. Αποκορύφωμα πολιτικής φαιδρότητας – όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε – το επικό «ψηφίστε εμάς για να φύγουν οι άλλοι που έφεραν τα μνημόνια», που έπαψε πια να διασκεδάζει ακόμα και ως πολιτικό ανέκδοτο. Ομολογώ ότι, προσωπικά, ελάχιστα με συγκινεί (ή με διασκεδάζει, αν προτιμάτε) και το αντίστοιχο «ψηφίστε εμάς για να φύγουν οι άλλοι που έδιωξαν εκείνους που είχαν φέρει τα μνημόνια»! Με βάση τα σημερινά ανελαστικά δεδομένα, η διαφορά ανάμεσα στις δύο προτροπές φαντάζει απλά ρητορική...

Αν αναζητούμε στ’ αλήθεια εθνικούς μειοδότες, ας τους ψάξουμε ανάμεσα σε εκείνους που χειρίζονται επιδέξια το ιδιαζόντως εχθροπαθές θυμικό του Έλληνα, οδηγώντας το λαό στο διχασμό και, όπως ευελπιστούν οι ίδιοι, τους εαυτούς τους στην εξουσία. Είναι περισσότερο από προφανές – και μόνο οι αφελείς αρνούνται πλέον να το συνειδητοποιήσουν – ότι τα κόμματα εξουσίας καλλιεργούν και συντηρούν το θυμό στην κοινωνία ώστε να τη χειραγωγούν αποτελεσματικότερα. Γιατί, μέσα από το θυμό που πάντα συνοδεύει το μίσος για τον υποτιθέμενο «εχθρό», ο άνθρωπος εύκολα καθίσταται χειρίσιμος!

Ο Μπεν - Χουρ πράγματι επιβίωσε, τελικά, χάρις στο θυμό που τον κράτησε ζωντανό ώστε να πάρει την εκδίκηση που ποθούσε. Για μια χώρα σε ακραία κρίση, όμως, όπου οι κομματικές υπερβάσεις και οι πολιτικές συνθέσεις αποτελούν ελάχιστη προϋπόθεση ύπαρξης, ο θυμός που οδηγεί στον εθνικό διχασμό είναι απλά συνταγή αυτοχειρίας! Εν τούτοις, η κομματική επιβίωση προέχει της εθνικής ευθύνης σε τούτο τον τόπο. Και κάποιοι θα προτιμούσαν να κυβερνούν μια κοινωνία που χαροπαλεύει, παρά να μην κυβερνούν καθόλου. Είναι, θα λέγαμε, μια μορφή πολιτικής διαστροφής. Κάτι που παραπέμπει σε «πολιτική νεκροφιλία»...

ΤΟ ΒΗΜΑ